Αρχική > Εθνικά, Κύπρος / κυπριακό > «ΛΕΥΤΕΡΙΑ ΣΤΗΝ ΚΥΠΡΟ!» Εκδήλωση 25ης Μαΐου 2017.

«ΛΕΥΤΕΡΙΑ ΣΤΗΝ ΚΥΠΡΟ!» Εκδήλωση 25ης Μαΐου 2017.

Από την πολύ επιτυχημένη εκδήλωση για το κυπριακό, που διοργανώθηκε στην Παλαιά Βουλή  την 25η Μαΐου, από την ΣΑΚ (Συμπαράσταση Αγώνα Κύπρου) και την ΣΕΥΑΕΚ (Συντονιστική Επιτροπή Υποστήριξης Αγώνα για Ελεύθερη Κύπρο) παραθέτουμε τις εισηγήσεις των προσκεκλημένων κυρίων ομιλητών, των Κυπρίων δημοσιογράφων Κώστα Βενιζέλου και Λάζαρου Μαύρου. Το θέμα που καταδείχθηκε ήταν η ανάγκη συσπείρωσης του μαχόμενου κυπριακού ελληνισμού, ενόψει των προεδρικών εκλογών, σε ένα ψηφοδέλτιο απέναντι των υποψηφίων ανανιστών ενδοτικών ΔΗΣΑΚΕΛ. (Β.Σ.)

Η εισήγηση του Κ. Βενιζέλου:
 ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ ΚΩΣΤΑ ΒΕΝΙΖΕΛΟΥ ΣΤΗΝ ΕΚΔΗΛΩΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΥΠΡΟ, ΠΕΜΠΤΗ 25 ΜΑΙΟΥ, ΠΑΛΑΙΑ ΒΟΥΛΗ, ΑΘΗΝΑ. ΟΡΓΑΝΩΤΕΣ ΣΑΚ ( ΣΥΜΠΑΡΑΣΤΑΣΗ ΑΓΩΝΑ ΚΥΠΡΟΥ) ΚΑΙ ΣΕΥΑΕΚ (ΣΥΝΤΟΝΙΣΤΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΥΠΟΣΤΗΡΙΞΗΣ ΑΓΩΝΑ ΓΙΑ ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΚΥΠΡΟ)
 
Έφθασε η ώρα για τη διαμόρφωση νέας στρατηγικής στο Κυπριακό. Από το 1974 και εντεύθεν, οι συζητήσεις για την επίτευξη συμφωνίας στο Κυπριακό, διεξήχθηκαν σε λανθασμένη βάση ενώ προδήλως οι δυο πλευρές, έχοντας διαφορετικές επιδιώξεις, στοχεύσεις, δεν κατάφεραν να καταλήξουν σε ένα αποτέλεσμα. Αυτό, ωστόσο, που έγινε είναι μια βαθμηδόν προσέγγιση στις τουρκικές θέσεις από πλευράς Ελληνοκυπρίων στην προσπάθεια τους να… κάμψουν την αδιαλλαξία της Άγκυρας.
Έφθασε η ώρα για τη διαμόρφωση νέας στρατηγικής στο Κυπριακό. Μια στρατηγική που θα διασφαλίζει τη συνέχεια του ελληνισμού στην Κύπρο. Μια στρατηγική που θα καταστεί την Κύπρο ένα κανονικό κράτος. Μάλιστα, ένα κανονικό κράτος, καθώς αυτό που επιδιώκεται να γίνει  σε ένα μη κανονικό κράτος οδηγεί.
Η πρώτη διαπίστωση είναι πως η ακολουθούμενη πολιτική όχι μόνο δεν απέδωσε αλλά αντίθετα έχει επιδεινώσει τα δεδομένα στο Κυπριακό. Παράλληλα έχει οδηγήσει βαθμηδόν σε υποχωρήσεις, καθώς θεωρήθηκε διαχρονικά πως με μια πολιτική «ενθάρρυνσης», εξευμενισμού της τουρκικής πλευράς και «δώσε-δώσε» θα σπάσει το αδιέξοδο και θα φέρει λύση.
Δεύτερη διαπίστωση είναι πως η πολιτική και η κομματική ελίτ στην Κύπρο, η οποία είχε διαχρονικά την ευθύνη της διαχείρισης του Κυπριακού, θεωρεί περίπου ως «ιεροσυλία» ακόμη και τη συζήτηση για το ενδεχόμενο να εξεταστεί εναλλακτική στρατηγική.

Τρίτη διαπίστωση είναι πως παρόλο ότι ένα σοβαρό κράτος έχει πάντα ενώπιόν του πολλά και διαφορά σχέδια δράσης, στη Λευκωσία το θέμα αυτό είναι ξένο, ταμπού. Επιμένει στις ταμπέλες και σε αποδειγμένα αδιέξοδες πορείες. Στην Κύπρο, θεωρούν πως οι επιλογές της δεκαετίας του ’70 δεν αλλάζουν και δεν επηρεάζονται από το ευρύτερο διεθνές περιβάλλον.
Τέταρτη διαπίστωση είναι πως ενώ προωθείται ένας γεωστρατηγικός σχεδιασμός με συνεργασίες στην περιοχή και τη σύναψη συμμαχιών, με έρευνες για υδρογονάνθρακες, την ίδια ώρα στο Κυπριακό υπάρχει μια «θρησκευτική προσήλωση» σε πεπατημένες αποτυχημένες μεθόδους, και θεωρείται αμαρτία ακόμη και η σκέψη να εγκαταλειφθούν αποδεδειγμένα αναποτελεσματικές πολιτικές.
Είναι προφανές πως για να μπορέσουμε να διαμορφώσουμε και εφαρμόσουμε μία μακράς πνοής στρατηγική, πρέπει να ξεπεράσουμε εαυτούς. Πρωτίστως, τη μιζέρια του μικρού και ανήμπορου. Την απελπισία του ηττημένου. Να ξεπεράσουμε το μοιρολόι των ηττημένων μυαλών, που σε κάθε κίνηση σκέφτονται την αντίδραση της Τουρκίας.
 
Είναι γνωστό ότι ο μόνιμος στόχος της Τουρκίας είναι ο πλήρης στρατηγικός έλεγχος της Κύπρου. Ο στόχος αυτός δεν έχει ποσώς διαφοροποιηθεί, και αυτό που εν πολλοίς επιδιώχθηκε είναι όπως αυτή η στρατηγική διασφαλισθεί μέσα από τις συνομιλίες. Αυτό που κατάφερε η Άγκυρα μέσα από τις αλλεπάλληλες διαδικασίες των διαπραγματεύσεων και τις πρωτοβουλίες που αναλήφθηκαν, με κορυφαία στιγμή το δημοψήφισμα για το σχέδιο Ανάν, ήταν η διασφάλιση των συμφερόντων της στο νησί μέσα από ένα τουρκοκυπριακό συνιστών κρατίδιο.
Τα τελευταία δυο χρόνια από τις συζητήσεις στα πλαίσια της διαδικασίας των διαπραγματεύσεων, επιτεύχθηκαν πολλές συγκλίσεις, που αφορούν πρωτίστως την αναβαθμισμένη και προνομιακή συμμετοχή της τουρκοκυπριακής πλευράς στη διαδικασία λήψης αποφάσεων. Η ελληνοκυπριακή πλευρά έχει προσφέρει σημαντικά πλεονεκτήματα στους Τουρκοκύπριους στο κεφάλαιο της Διακυβέρνησης ενώ οι συζητήσεις έχουν «κολλήσει» στα θέματα που ενδιαφέρουν την ελληνική πλευρά, το θέμα της Ασφάλειας (Εγγυήσεις) και το Εδαφικό. Με αφορμή τη Διάσκεψη της Γενεύης, του περασμένου Ιανουαρίου, η παρουσία της Τουρκίας εκεί θεωρήθηκε επιτυχία. Παρόλο που η Τουρκία άφησε στη Γενεύη μια νέα αξίωση, που περιέλαβε στην ατζέντα των συζητήσεων, για εφαρμογή για Τούρκους πολίτες στην Κύπρο των τεσσάρων ελευθεριών που ισχύουν στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Στη Γενεύη κατατέθηκαν εκατέρωθεν χάρτες για το εδαφικό, που έχουν τοποθετηθεί σε ειδική θυρίδα του ΟΗΕ. Για τους σύγχρονους ανιστόρητους και μονίμως αφελώς πανηγυρίζοντες αυτό έγινε για πρώτη φορά.
Το Κυπριακό δεν είναι ένα μονοδιάστατο πρόβλημα, που μπορεί να επιλυθεί εσωτερικά και χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η γεωπολιτική διάσταση και τα πολλά και διαφορετικά συμφέροντα που διαδραματίζονται στην περιοχή. Η κοντόφθαλμη προσέγγιση που αντιμετωπίζει το Κυπριακό ως μια δικοινοτική διαφορά, μια διαφορά μεταξύ Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων, έχει ενισχύσει τους τουρκικούς σχεδιασμούς και έχει εν πολλοίς απαλλάξει την κατοχική δύναμη από τις ευθύνες της στην Κύπρο.
Οι υποχωρήσεις της ελληνοκυπριακής ελίτ διαμορφώνουν συνθήκες για ένα μοντέλο με ρυθμίσεις που θα προκαλεί συνεχώς εμφράγματα στην λειτουργία του κράτους. Θα είναι ένα μοντέλο με διακρίσεις και διαχωρισμούς. Δεν θα είναι δημοκρατικό και θα έχει ως βάση διαχωρισμού την εθνική καταγωγή.
Θα υπάρχουν εγγυημένες πλειοψηφίες στις δυο περιοχές με βάση την εθνική καταγωγή: Οι Έλληνες στο ε/κ συνιστών κρατίδιο και οι Τούρκοι στο τ/κ συνιστών κρατίδιο.
Αυτό που συζητείται χρόνια είναι ένας συμβιβασμός που θα αντικατοπτρίζει τα αποτελέσματα της εισβολής και της συνεχιζόμενης κατοχής. Υποτίθεται ότι ο στόχος είναι η διαμόρφωση ενός κοινού μέλλοντος χωρίς νικητές και ηττημένους και χωρίς διακρίσεις καθώς οι διακρίσεις γεννούν προβλήματα και οι διακρίσεις αντιδράσεις.
Για να μπορέσουμε να προχωρήσουμε στη διαμόρφωση μιας νέας στρατηγικής στο Κυπριακό πρέπει πρωτίστως να αναλυθούν οι σχεδιασμοί των βασικών εμπλεκόμενων στο Κυπριακό.
 
 
Η ΤΟΥΡΚΙΑ
Η Τουρκία, θεωρεί πως ο στρατηγικός έλεγχος της Κύπρου, η ομηροποίηση του νησιού, θα εξυπηρετήσει τα συμφέροντα της στην ευρύτερη περιοχή. Χρησιμοποιεί τους Τουρκοκύπριους, ως όχημα για την επίτευξη των στρατηγικών της επιδιώξεων, γεγονός που προκύπτει από θέσεις και αξιώσεις καταθέτει ο Μουσταφά Ακιντζί στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων.
Η μη  αναγνώριση της Κυπριακής Δημοκρατίας από την Τουρκία αποτελεί διαχρονική θέση της τουρκικής πλευράς και συνδέεται με τις στρατηγικές επιδιώξεις της στην Κύπρο και στην περιοχή. Επί της εποχής των Ερντογάν και Νταβούτογλου, το καθεστώς της Άγκυρας έχει υιοθετήσει την ορολογία της «εκλιπούσας Κυπριακής Δημοκρατίας»  σε διάφορα έγγραφα και παρεμβάσεις της σε διεθνείς οργανισμούς. Η ορολογία αυτή παραπέμπει στην τουρκική θεωρία πως η Κ.Δ. υπήρξε μέχρι το 1963 και έκτοτε θεωρείται «εκλιπούσα». Από το 1963 και εντεύθεν για την τουρκική πλευρά υπάρχει η «ε/κ διοίκηση», την οποία δεν αναγνωρίζει μεν αλλά δεν αμφισβητεί την παρουσία της. Αυτό εκφράζεται μέσα από την τουρκική πολιτική σε διάφορα πεδία, κυρίως όμως αυτή είναι η βασική γραμμή πλεύσης στο Κυπριακό. Τι λένε οι Τούρκοι; Στην Κύπρο υπάρχουν δύο ισότιμες οντότητες, η «Ε/κ Διοίκηση» και η «ΤΔΒΚ», που ας, σημειωθεί, δεν αναγνωρίζεται από κανέναν πλην της Τουρκίας. Οι δύο οντότητες, όπως υποστηρίζουν, λειτουργούν δίπλα-δίπλα και η προσπάθεια τώρα είναι να πετύχουν έναν «νέο συνεταιρισμό». Ουσιαστικά αυτό που επιδιώκεται είναι οι δύο οντότητες παράλληλα και ταυτόχρονα να μετεξελιχθούν σε συνιστώντα κρατίδια. Αυτό θα προσφέρει αναδρομική νομιμοποίηση και αναγνώριση ως κράτους της αποσχιστικής οντότητας της «ΤΔΒΚ». Ταυτόχρονα και παράλληλα, θα από-αναγνωρίζεται αναδρομικά η Κυπριακή Δημοκρατία, η οποία λειτουργεί ως το νόμιμο κράτος και έχει κυριαρχία σε ολόκληρη την επικράτεια της χώρας. Εάν επικρατήσει αυτή η αντίληψη, η τουρκική δηλαδή, τι θα σημαίνει στην πράξη; Στην περίπτωση που θα προκύψει ένα κακό σενάριο, σημαίνει πως σε περίπτωση διάλυσης της «νέας κατάστασης πραγμάτων» η χώρα θα είναι μετέωρη και ασφαλώς η Κυπριακή Δημοκρατία θα είναι στα αζήτητα.
Η τουρκική πλευρά με κάθε τρόπο προσπαθεί, μέσα από διεθνείς παρεμβάσεις και μέσα από τις διαπραγματεύσεις, να ακυρώσει μια στρατηγική θέση της Λευκωσίας, που διαχρονικά αναδεικνύει πως η συμφωνία θα συνιστά μετεξέλιξη της Κυπριακής Δημοκρατίας. Αυτό δεν το δέχεται, δεν το συζητά η τουρκική πλευρά, καθώς αποδοχή της ε/κ θέσης θα συνιστούσε ακύρωση της δικής της διαχρονικής πολιτικής, αυτής της μη αναγνώρισης της Κυπριακής Δημοκρατίας. Της πολιτικής που επιδιώκει τον στρατηγικό έλεγχο του νησιού.
Η επαναλαμβανόμενη θέση της τουρκικής πλευράς περί «εκλιπούσας» κρύβει πίσω της μιαν ολοκληρωμένη πολιτική. Το κατοχικό καθεστώς λειτουργεί σαν ένα μη αναγνωρισμένο κράτος, έχοντας επαφές με ξένες κυβερνήσεις και διεθνείς οργανισμούς. Αυτό αποτελεί επιτυχία της Άγκυρας και αποτυχία της Λευκωσίας. Η ανατροπή αυτής της προσπάθειας μπορεί να επιτευχθεί με επιθετική πολιτική έναντι της Τουρκίας, σε όλα τα διπλωματικά πεδία, προκαλώντας κόστος στην Άγκυρα. Παράλληλα, θα πρέπει να αποφεύγονται ακροβασίες στις διαπραγματεύσεις, που ενδεχομένως να θέτουν σε αμφισβήτηση το θέμα της μετεξέλιξης (η συζήτηση για «προηγούμενες πράξεις» Κυπριακής Δημοκρατίας και ψευδοκράτους). Το ζήτημα της μετεξέλιξης δεν είναι πολιτική της αερολογίας αλλά της πράξης. Γι’ αυτό και δεν πρέπει να αφεθεί να «μπάζει νερά» μια συμφωνία. Στην ιστορία θα εντοπίσουμε μέσα από έγγραφα και δημόσιες τοποθετήσεις από τουρκικής πλευράς τις τουρκικές επιδιώξεις που έκπαλαι υπήρχαν.
 
 
 
Η ΒΡΕΤΑΝΙΑ
Το Λονδίνο δεν πρόκειται να εγκαταλείψει την αξιοποίηση των στρατηγικών πλεονεκτημάτων που προσφέρει η γεωγραφική θέση της Κύπρου. Η Κύπρος χρησιμοποιήθηκε την περίοδο του ψυχρού πολέμου αλλά και στη συνέχεια, στην προσπάθεια διαχείρισης της «νέας κατάστασης πραγμάτων» στο νησί. Η συνεχής αναβάθμιση των στρατιωτικών Βάσεων, γίνεται για να εξυπηρετήσει τα τελευταία χρόνια και τους Αμερικανούς. Η Λευκωσία δεν εγείρει θέμα Βάσεων καθώς, κατά την εκάστοτε κυβέρνηση, δεν συμφέρει να ανοίξουμε δεύτερο μέτωπο. Η στάση αυτή της Κυπριακής Δημοκρατίας έχει το αντίθετο από το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα αφού η στάση του Λονδίνου έναντι των Ελληνοκυπρίων, ελλείψει κόστους, έγινε πιο εχθρική. Οι Βρετανοί στην παρούσα φάση του Κυπριακού, αφήνουν ανοικτό το θέμα των εγγυήσεων με την γενική θέση πως ό,τι συμφωνήσουν οι δυο κοινότητες θα το αποδεχθεί, ακόμη και κατάργηση των εγγυήσεων. Η Βρετανία δεν ενδιαφέρεται να είναι εγγυήτρια δύναμη, δεν αποδέχεται όμως να αμφισβητηθεί η παρουσία της στο νησί. Δεν αποδέχεται αλλαγή του καθεστώτος των Βάσεων πολύ δε περισσότερο, κατάργηση τους καθώς αποτελούν ζωτικής σημασίας για την στρατηγική και πολιτική του Ηνωμένου Βασιλείου αλλά και των ΗΠΑ.
Οι Βρετανοί έχουν διαχρονικά το πάνω χέρι σε σχέση με τους Αμερικανούς στα θέματα που αφορούν τη διαχείριση του Κυπριακού. Θεωρούνται οι ειδικοί. Η αλλαγή κυβέρνηση στις Ηνωμένες Πολιτείες, με την εκλογή του Ντόναλντ Τράμπ στην Προεδρία, ενδεχομένως να διαφοροποιήσει πάγιες προσεγγίσεις της χώρας στο Κυπριακό, αν και το επικρατέστερο σενάριο είναι, ως προς την Κύπρο, να ακολουθηθεί η πολιτική που έχει διαμορφωθεί εδώ και δεκαετίες από το Στέιτ Ντιπάρτμεντ. Ενδιαφέρον θα έχει, ωστόσο, η στάση που θα τηρήσει για όλα τα ανοικτά ζητήματα στην ευρύτερη περιοχή.
Θα είναι, πάντως, ενδιαφέρον να παρακολουθήσουμε τις συζητήσεις για το Brexit και τις διμερείς συνομιλίες Βρετανίας και Κυπριακής Δημοκρατίας. Κατά πόσο, δηλαδή, θα εγερθεί θέμα Βάσεων ή θα περιοριστεί η Λευκωσία στην επαναβεβαίωση συμφωνιών. Συμφωνιών που αφορούν την παρουσία των Βάσεων αλλά και της εφαρμογής του κοινοτικού κεκτημένου εντός των Βάσεων για Κύπριους και Ευρωπαίους πολίτες.
Η ΕΛΛΑΔΑ
Η Ελλάδα έχει συμφέροντα στην περιοχή, τα οποία σπανίως διεκδικεί. Το γεγονός αυτό εξουδετερώνει ή μειώνει σημαντικά τις δυνατότητες υπεράσπισης των δικών της συμφερόντων καθώς και του Ελληνισμού στην Κύπρο. Στην Κύπρο διαδραματίζεται ένα παιχνίδι ισορροπιών. Συνεπώς, ως έχουν τα πράγματα στις σχέσεις Ελλάδας-Τουρκίας, όσο ενισχύεται η τουρκική θέση για κατάργηση της Κυπριακής Δημοκρατίας και ομηροποίησης του νησιού στην Τουρκία, τόσο μειώνεται ο ρόλος και η επιρροή της Ελλάδος. Η Αθήνα όφειλε τόσα χρόνια να αντιληφθεί πως έχει στρατηγικά συμφέροντα στην Κύπρο και στην περιοχή, τα οποία θα πρέπει να τα διεκδικεί και να τα διασφαλίζει. Οι τριμερείς συνεργασίες με Αίγυπτο και Ισραήλ και Λίβανο, επιβεβαιώνουν τις δυνατότητες. Για να αποδώσουν, ωστόσο, θα πρέπει να υπάρξει μια συνολική στρατηγική από την Αθήνα και τη Λευκωσία, η οποία να στηρίζεται στο δόγμα ότι τα εθνικά θέματα αντιμετωπίζονται ενιαία και με κοινή πολιτική. Η στρατηγική της Ελλάδας πρέπει να είναι η ενίσχυση της κρατικής υπόστασης της Κύπρου, ως το αντίβαρο στην τουρκική επιδίωξη για την κατάργηση του κυπριακού κράτους και την ομηροποίηση της χώρας.
Η σημερινή ελληνική κυβέρνηση, έχει αναλάβει πρωτοβουλίες αναφορικά με το θέμα της Ασφάλειας. Για πρώτη φορά έχει διαμορφωθεί μια ολοκληρωμένη πρόταση στο κεφάλαιο αυτό, η οποία στηρίζεται στην πλήρη
  κατάργηση των εγγυήσεων και την αποχώρηση των κατοχικών στρατευμάτων. Η πρωτοβουλία αυτή, της οποίας ηγείται ο Υπουργός Εξωτερικών, Νίκος Κοτζιάς, έχει δημιουργήσει κινητικότητα γύρω από το θέμα αυτό και έχει ενισχύσει τη βασική θέση της ελληνικής πλευράς για απαλλαγή από τις Εγγυήσεις και την τουρκική στρατιωτική παρουσία. Είναι για πρώτη φορά που ελληνική κυβέρνηση έχει υιοθετήσει σε διπλωματικό επίπεδο επιθετική πολιτική στο Κυπριακό. Κι αυτό πιστώνεται στον υπουργό Εξωτερικών, Νίκο Κοτζιά. Στην Αθήνα , κυρίως στο λεγόμενο αθηναϊκό κράτος, θα πρέπει, πάντως, να αντιληφθούν πως εάν χαθεί η Κύπρος, τότε θα χαθούν και εδάφη της Ελλάδος. Θράκη και Αιγαίο αποτελεί πεδίο για εφαρμογή των επεκτατικών σχεδίων της Τουρκίας σε βάρος της Ελλάδος.

Μια άλλη διάσταση σε σχέση με το ρόλο της Ελλάδος, είναι η βαθιά οικονομική κρίση που βιώνει η χώρα. Αυτή η κρίση την καθιστά ευάλωτη σε πιέσεις. Σε μια διαπραγμάτευση σαφώς και δεν θα βρίσκεται σε θέση ισχύος. Το ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο θα πρέπει σε περιόδους κρίσεων να επιδιώκεται συμφωνία σε εθνικά θέματα.
ΟΙ ΤΟΥΡΚΟΚΥΠΡΙΟΙ
Όσο υπάρχει αυτή η δυνατότητα για διπλοπόρτι, η λύση είτε θα απομακρύνεται είτε δεν θα είναι στέρεα. Οι Τουρκοκύπριοι θέλουν να κρατούν το σχοινί για τα οφέλη που προσφέρει η Κυπριακή Δημοκρατία ως κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης (κι ας μην αναγνωρίζουν το κράτος) αλλά ταυτόχρονα δεν εγκαταλείπουν την Τουρκία. Θέλουν τα οφέλη από την… αόρατη Κυπριακή Δημοκρατία (διαβατήρια, ταυτότητες, πρόσβαση στα δημόσια νοσηλευτήρια, διευκολύνσεις στο εξωτερικό, σπουδές κ.λπ.) αλλά για την «ασφάλειά» τους καταφεύγουν στην Τουρκία (όπως και για τα έξοδα του ψευδοκράτους). Αυτή η λογική δεν οδηγεί πουθενά. Οι Τουρκοκύπριοι πρέπει να επιλέξουν: Είτε θα πορευθούν μαζί μας, στην οικοδόμηση ενός κοινού μέλλοντος εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης με όλα τα πλεονεκτήματα που προσφέρει η Κυπριακή Δημοκρατία, είτε θα παραμείνουν όμηροι των τουρκικών σχεδιασμών. Αιχμάλωτοι στα σχέδια της Τουρκίας στην Κύπρο και ως όχημα για στρατηγικό έλεγχο της Κύπρου και για διείσδυση της Άγκυρας στην Ε.Ε. Είναι προφανές πως θα πρέπει να γίνουν σύμμαχοι μας αυτό μπορεί να καταστεί εφικτό.
 
ΤΙ ΜΕΛΛΕΙ ΓΕΝΕΣΘΑΙ
Τι μπορεί να γίνει, ώστε ο ελληνισμός να ξεφύγει μέσα από τον ασφυκτικό κλοιό της τουρκικής επιθετικότητας; Η επιμονή σε μια αδιέξοδη πορεία δεν προσφέρει προοπτικές επίτευξης συμφωνίας στο Κυπριακό. Αντίθετα, όπως έχει αποδειχθεί διαχρονικά, η ακολουθούμενη πολιτική, αυτής της προσαρμογής στα αποτελέσματα της εισβολής και συνεχιζόμενης κατοχής, αποβαίνει σε βάρος της ελληνικής πλευράς.
Είναι σαφές πως στην αναζήτηση νέας στρατηγικής πρέπει να αναδειχθούν τα πλεονεκτήματα που έχει η Κυπριακή Δημοκρατία.
 
Η στρατηγική και γεωπολιτική υπεραξία της Κύπρου, αποτελεί διαχρονικά ένα γεγονός που προκάλεσε τις πολλές κατακτήσεις του νησιού, αλλά και πολλές πολιτικές περιπλοκές. Η αξιοποίησή αυτού του εργαλείου δεν έγινε καθώς η άσκηση πολιτικής, η διαμόρφωση τακτικής στηρίχθηκε, κυρίως από το 1974 και εντεύθεν σε αμυνογενείς προσανατολισμούς.
Η γεωπολιτική της διάσταση, έχει ενταχθεί, κυρίως μετά την τουρκική εισβολή του 1974, στη λογική της διαχείρισης του Κυπριακού προβλήματος. Όχι υπέρ των κυπριακών συμφερόντων αλλά των τουρκικών, των αμερικανικών, των βρετανικών, ενδεχομένως κι άλλων. Είναι προφανές πως οι συζητήσεις που διεξάγονται στο Κυπριακό, οι προτάσεις που υποβάλλονται από τρίτους, όπως και τα σχέδια λύσης, έχουν ως βασικό συστατικό, τη γεωπολιτική σημασία του νησιού. Από τη μορφή και το περιεχόμενο της λύσης, θα καθορισθεί εν πολλοίς και αυτός που θα έχει και το στρατηγικό έλεγχο του νησιού. Η ανατροπή αυτών των επιδιώξεων θα απομακρύνει συνταγές που οδηγούν σε θνησιγενή, δήθεν επίλυση του προβλήματος. Η συμφωνία στο Κυπριακό θα πρέπει να ευνοεί τους πολίτες της χώρας και μόνο.
 
Είναι ίσως γι αυτό που έχει σημασία τόσο το περιεχόμενο και η μορφή της λύσης του Κυπριακού όσο και η εμπλοκή τρίτων για την εφαρμογή ή την εποπτεία της συμφωνίας.
Οι έρευνες για την ανακάλυψη και εξόρυξη υδρογονανθράκων αναβαθμίζουν τη στρατηγική σημασία της Κύπρου. Η εμπλοκή μεγάλων πετρελαϊκών εταιρειών σε τεμάχια της κυπριακής ΑΟΖ,  επιβεβαιώνουν το ενδιαφέρον για την περιοχή αλλά και την αποφασιστικότητα τους να προχωρήσουν στην αξιοποίηση του φυσικού αερίου. Το ζητούμενο είναι πώς θα προχωρήσουν όταν θα έλθει η ώρα της μεταφοράς του αερίου και ποιος θα είναι ο ρόλος της Τουρκίας, που επιμένει στη δική της διαδρομής. Εάν η αξιοποίηση του εργαλείου της στρατηγικής σημασίας της χώρας δεν γίνεται, τότε η Κύπρος είναι καταδικασμένη να στηρίζεται σε διαχρονικές επιλογές που δεν αλλάζουν, ο κόσμος να χαλάσει. Επιλογές, οι οποίες στηρίζονται σε πολιτικές με αμυνογενείς προσανατολισμούς απότοκα φοβικού συνδρόμου. Οι συζητήσεις που διεξάγονται στο Κυπριακό, οι προτάσεις που υποβάλλονται από τρίτους, όπως και τα σχέδια λύσης, έχουν ως βασικό συστατικό τη γεωπολιτική σημασία του νησιού.
Η μεγάλη εικόνα είναι αυτό που παρακολουθούμε με τις τριμερείς συνεργασίες της Ελλάδος και της Κύπρου με χώρες της περιοχής. Με το Ισραήλ, την Αίγυπτο της υπό διαμόρφωση συνεργασίες, παρομοίου μοντέλου, με Λίβανο και Ιορδανία. Σε αυτό τον σχεδιασμό σε συνδυασμό με τα ενεργειακά θα πρέπει να ενταχθεί και το Κυπριακό και όχι να παραμένουν κολλημένοι στη μιζέρια των ηττημένων μυαλών του 1974. Άλλαξαν οι όροι και τα δεδομένα από τότε. Αυτό το γνωρίζουν προφανώς οι τρίτοι και το αξιοποιούν. Μένει να το αντιληφθούμε και εμείς και να αναδιαμορφώσουμε στρατηγικές. Θα πρέπει, επιτέλους, να αξιοποιούμε προς όφελος μας τα στρατηγικά μας πλεονεκτήματα. Για να έχουν σημασία οι συμφωνίες και οι συνεργασίες με άλλες χώρες, θα πρέπει να αγγίζουν και το Κυπριακό. Όχι για να κερδίσουμε πόντους στις διαπραγματεύσεις, αλλά για να δοθεί μια δυναμική ως προς το περιεχόμενο μιας συμφωνίας. Μπορούμε να κάνουμε συμφωνίες και κοινούς στρατηγικούς σχεδιασμούς για την περιοχή, τριμερείς και τετραμερείς, και να αφήνουμε τους τρίτους να ρουφούν αέρια και πλούτο;
Το Κυπριακό, όπως και ο κόσμος ολόκληρος, έχει αλλάξει. Συζητώντας με όρους της δεκαετίας του ’70, ακυρώνονται οι προοπτικές στο πεδίο της ενέργειας, η εδραίωση της ευρωπαϊκής ιδιότητας, η στρατηγική μας υπεραξία. Τούτο είναι σε βάρος Ε/κ, Τ/κ, Αρμενίων και Μαρωνιτών, ακόμα και των Τουρκοκυπρίων στο βαθμό που θεωρούν τους εαυτούς τους Κυπρίους. Είναι, όμως, υπέρ της Τουρκίας.
Η ένταξη της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση έχει συνεισφέρει στην πολιτική, οικονομική και στρατιωτική διεύρυνση της Ε.Ε. προς τη Μέση Ανατολή. Αποτέλεσε εναλλακτική δίοδο πρόσβασης στην περιοχή, προκαλώντας την αντίδραση της Άγκυρας, που είχε φροντίσει να δημιουργήσει προβλήματα με τις χώρες της γειτονιάς μας. Αυτό, εάν αξιοποιείτο σωστά από πλευράς του Ελληνισμού, θα μείωνε τη στρατηγική σημασία της Τουρκίας. Υπενθυμίζεται ότι με το Σχέδιο Ανάν εξουδετερωνόταν πλήρως η δυνατότητα της Κύπρου να καταστεί εναλλακτικό σημείο πρόσβασης στην περιοχή κάτι που εξυπηρετούσε τα συμφέροντα της Τουρκίας. Η Κύπρος ως εναλλακτικό σημείο πρόσβασης στην περιοχή αναδεικνύεται ως ένας απαράκαμπτος πρωταγωνιστής σε μια υψηλά στρατηγική περιφέρεια. Είναι παράγοντας σταθερότητας, θα αναβαθμίσει αυτό το ρόλο εάν απαλλαχθεί πλήρως από την Τουρκία. Αυτό θα είναι και προς το συμφέρον κι άλλων χωρών, της περιοχής και ευρύτερα.
Η προτεινόμενη λύση το 2004 με το σχέδιο Ανάν, εξυπηρετούσε βασικά τα στρατηγικά συμφέροντα και τους σχεδιασμούς της Άγκυρας και του Λονδίνου. Δια της μόνιμης παρουσίας τους στην Κύπρο, τους πρόσφερε σημαντικά οφέλη και πλεονεκτήματα. Τόσο πολιτικά, με τις ρυθμίσεις που προέβλεπε το σχέδιο Ανάν όσο και στρατιωτικά( παρουσία, έλεγχος, Βάσεις, χωρικά ύδατα, FIR). Το σχέδιο απορρίφθηκε, ενώ στο μεταξύ η Κύπρος εντάχθηκε στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Η Ένωση, μπορεί να αξιοποιήσει τη γεωγραφική θέση της Κύπρου (Γέφυρα μεταξύ τριών ηπείρων, Ασία, Ευρώπη, Αφρική)  και τη γεωπολιτική της σημασία. Υπό την προϋπόθεση, πάντα, ότι η λύση του Κυπριακού δεν θα καθιστά τη χώρα προτεκτοράτο καμίας τρίτης δύναμης και το κράτος δεν θα λειτουργεί με εξαρτήσεις, κι οι πολίτες θα ζουν με μειωμένα δικαιώματα.
Είναι προφανές πως το αδιέξοδο δεν είναι λύση. Ούτε η μη λύση. Για να μπορέσουν οι διαπραγματεύσεις να προσανατολισθούν προς το στόχο της επίτευξης μιας συμφωνίας θα πρέπει να υπάρξει αναθεώρηση της ακολουθούμενης στρατηγικής. Έτοιμες συνταγές δεν υπάρχουν.
Χρειάζονται, συνεπώς, πρωτοβουλίες παράλληλα με τις διαπραγματεύσεις (χωρίς διαχωριστικά χαρακτηριστικά) αλλά και αναθεώρηση στρατηγικής. Κι αυτό μπορεί να γίνει από την Αθήνα και τη Λευκωσία σε πανεθνικό επίπεδο. Με γνώμονα να βρεθεί διέξοδος και λύση. Η συμβίωση Ε/κ, Τ/κ, Μαρωνιτών, Αρμενίων και Λατίνων έχει νόημα εάν θα έχει εσωτερικούς φραγμούς και επεμβατικά δικαιώματα. Για να γίνει αυτό θα πρέπει να πεισθούν οι Τ/κ, ότι το μέλλον τους είναι στην ΕΕ και ότι αυτό μόνο μέσω Κύπρου μπορούν να το πετύχουν. Με την εξάρτηση της από την Τουρκία εργάζονται για την εξαφάνισή τους ως κοινότητας.
Η μορφή της λύσης που τώρα επιδιώκεται δεν θα αντέξει στο χρόνο. Η διζωνική δικοινοτική ομοσπονδία είναι ένα πλαίσιο το οποίο έχει χωριστικά χαρακτηριστικά και στοχεύει στην λειτουργία μιας νέας κατάστασης πραγμάτων, που θα αναδεικνύει το διαχωρισμό στη βάση της εθνικής προέλευσης. Είναι προφανές πως αυτό θα παράγει εθνικισμό και συγκρούσεις. Η ανατροπή της συζήτησης του πλαισίου αυτού, που αποτελούσε έκπαλαι επιδίωξη της Τουρκίας για έλεγχο της Κύπρου, μπορεί να γίνει όταν ως ελληνική πλευρά απαλλαχθούμε από φοβικά σύνδρομα και ταμπού ότι δεν μπορούμε να αλλάξουμε μια αδιέξοδη πορεία συζητήσεων, που κρατούν 43 χρόνια. Η ακολουθούμενη πολιτική στο Κυπριακό δεν απέδωσε. Ο καλύτερος εκφραστής της, ο σημερινός Πρόεδρος, Νίκος Αναστασιάδης, προσπάθησε αλλά απέτυχε. Αντί της λύσης, η τουρκική πλευρά αναβαθμίζει τις απαιτήσεις και επιδιώξεις της σε βάρος του ελληνισμού.
Η διαμόρφωση μιας νέας στρατηγικής δεν είναι ένα εύκολο εγχείρημα, αλλά είναι επείγον να γίνει καθώς διαφορετικά δεν θα προλάβουμε να αποτρέψουμε τους τουρκικούς σχεδιασμούς ( προσάρτηση/ενσωμάτωση κατεχομένων, αναβάθμιση, ταβαϊνοποίηση). Η νέα στρατηγική θα πρέπει να αξιοποιήσει τα εργαλεία πολιτικής που έχει αποκτήσει η Λευκωσία από το 1974 και εντεύθεν, εξισορροπώντας την στρατιωτική ήττα: Πρώτο, τη διατήρηση και ενίσχυση του αναγνωρισμένου κράτους, της Κυπριακής Δημοκρατίας, παρά τις υπονομεύσεις από την Τουρκία καθώς κι άλλους διεθνείς παράγοντες. Δεύτερο, η ιδιότητα του μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Τρίτο, η ανακάλυψη υδρογονανθράκων στην κυπριακή ΑΟΖ και η εμπλοκή διεθνών κολοσσών που δραστηριοποιούνται στα θέματα υδρογονανθράκων. Οι τρεις αυτοί βασικοί άξονες αποτελούν τα πλεονεκτήματα που απέκτησε η Κυπριακή Δημοκρατία και τα οποία παράγουν στρατηγική υπεραξία. Αυτούς θα πρέπει να αξιοποιήσουμε για να διαμορφωθεί μια νέα στρατηγική στο Κυπριακό. Αυτοί οι άξονες πρέπει απαραιτήτως να αντανακλώνται και στο περιεχόμενο μιας συμφωνίας στο Κυπριακό. Την ίδια ώρα, οι Τουρκοκύπριοι θα πρέπει να επιλέξουν: Είτε μαζί με τους Ελληνοκύπριους θα κτίσουν ένα κοινό μέλλον εντός της Ε.Ε.  είτε θα παραμείνουν αιχμάλωτοι των τουρκικών επιδιώξεων στην Κύπρο και στην περιοχή. Οι ξένοι, τους οποίους επικαλούνται διάφοροι που θέλουν να ακυρώσουν τη διαμόρφωση μιας νέας στρατηγικής, δεν θα επιμένουν σε μια αδιέξοδη πολιτική, που δεν απέδωσε, εάν έχουμε εναλλακτική πρόταση να παρουσιάσουμε. Εκτός κι εάν θέλουν να μας τιμωρήσουν με μη λύση ή με τουρκοποίηση.
Η λύση του Κυπριακού εκκρεμεί εδώ και 43 χρόνια επειδή δεν λαμβάνονται υπόψη τα αυτονόητα. Αυτά που ισχύουν σε όλες τις ευρωπαϊκές χώρες, σε όλες τις δημοκρατίες. Μια νέα στρατηγική θα αποτελεί εν πολλοίς η επιστροφή στα αυτονόητα. Αυτά που σε άλλες χώρες δεν τυγχάνουν αμφισβήτησης για την Κύπρο για να ισχύσουν χρειάζεται επανάσταση. Εάν χρειαστεί να γίνει επανάσταση να γίνει. Συνεπώς, μια νέα στρατηγική θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη, μεταξύ, άλλων, τα εξής:
Στρατηγικός μας στόχος είναι η Απελευθέρωση. Αυτό θα επιτευχτεί με τον τερματισμός τη κατοχή, την αποκατάστασης της ενότητας της Κυπριακής Δημοκρατίας. Θα επιτευχθεί με την πλήρη εφαρμογή  των ανθρώπινων δικαιωμάτων για όλους τους νόμιμους πολίτες της Κ.Δ.
Να ενισχυθεί η Κυπριακή Δημοκρατία, να αξιοποιηθούν στρατηγικά πλεονεκτήματα και να αρπάξουμε ευκαιρίες για λύση. Σωστή, λειτουργική, δημοκρατική.
Να  εφαρμοστούν  όλες ελευθερίες που ισχύουν στην Ευρωπαϊκή Ένωση χωρίς παρεκκλίσεις και τους όποιους περιορισμούς.
Να απαλλαγεί από ξένα στρατεύματα και εγγυήσεις.
– Να διασφαλίζεται η ενότητα του χώρου, των θεσμών, της οικονομίας, και της κοινωνίας.
Να εφαρμόζονται όλες οι Συνθήκες της Ε.Ε. για να καταστεί η χώρα αποτελεσματικός εταίρος.
-Οι ρυθμίσεις να μην αντιβαίνουν σε αποφάσεις του ΕΔΑΔ. Για την ακρίβεια να εφαρμοστούν οι αποφάσεις.
 
-Να ισχύσουν όλες οι δημοκρατικές αρχές
-Να μην υπάρξουν βέτο ή ρυθμίσεις που θα γεννούν αδιέξοδα.
– Να αξιοποιηθούν τα στρατηγικά πλεονεκτήματα που διαθέτει η Κυπριακή Δημοκρατία ( φυσικό αέριο)
– Να αξιοποιήσει τα πολλά και διαφορετικά συμφέροντα κρατών στην περιοχή και να αναδείξει συνεργασίες μέσα από κοινές επιδιώξεις.
– Να εμβαθύνει, ενισχύσει και αυξήσει τις περιφερειακές συνεργασίες. Όλα αυτά μπορούν να αποτελέσουν το όχημα και το πλαίσιο τακτικής που θα κτίσουν μια στρατηγική που θα δημιουργήσει διεξόδους. Η μέχρι σήμερα ακολουθούμενη πολιτική κρίνεται εκ του αποτελέσματος. Και το αποτέλεσμα είναι πως δεν οδήγησε αυτή η πολιτική στη λύση αλλά στην εδραίωση των κατοχικών δεδομένων. Η εξέταση εναλλακτικών σεναρίων, εναλλακτικών στρατηγικών δεν μπορεί να είναι ταμπού για την ελληνοκυπριακή ελίτ. Υπάρχουν δυνατότητες, το θέμα είναι να υπάρξει και πολιτική βούληση.

Η εισήγηση του Λ. Μαύρου:

Ομιλία Λάζαρου Α. Μαύρου, δημοσιογράφου.

 

Δ Ε Ο Σ  με διακατέχει, πολύ μεγάλο. Βαρυφορτωμένο Ιστορία. Καθώς βρίσκομαι σήμερα, σε αυτό το ιστορικό κτήριο της Παλαιάς Βουλής 1875 έως 1935 της μητέρας Ελλάδας.

Του ελλα-δικού μας – και δικού μας – κράτους. Έλλην προερχόμενος από μεγαλόνησο Αλύτρωτων Ελλήνων της ίδιας Ιστορίας. Γηραιότερης κι απ’ αυτό το κτήριο. Στο δημοσιογραφικό μου γραφειάκι, στις ελεύθερες περιοχές της Λευκωσίας, βρίσκεται αναρτημένο το κάδρο, ενός από τους προσωπικούς μου ήρωες.

– Ο Χριστόδουλος Σώζος. Δήμαρχος της Λεμεσού, δικηγόρος, πτυχιούχος Νομικής του Αθήνησιν Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου. Μία από τις πιο λαμπρές πολιτικές προσωπικότητες,  στις αρχές του προηγούμενου αιώνα στην αγγλοκρατούμενη από το 1878 Κύπρο.

– 40χρονος τον Οκτώβριο του 1912, έσπευσε εδώ, στην Αθήνα ο δήμαρχος Λεμεσού. Για να καταταγεί εθελοντής πολεμιστής στον Ελληνικό Στρατό. Στον αρξάμενο από 5ης Οκτωβρίου 1912, Πρώτο Βαλκανικό Απελευθερωτικό Πόλεμο. Ο πατέρας του είχε μετάσχει εθελοντής στην επανάσταση της Κρήτης το 1866. Ο παππούς του στην Επανάσταση του 1821.

– Στις 24 Οκτωβρίου 1912, την επόμενη της άφιξής του στον Πειραιά, ο 40χρονος Δήμαρχος Λεμεσού Χριστόδουλος Σώζος έγινε δεκτός από τον τότε πρωθυπουργό και υπουργό των Στρατιωτικών Ελευθέριο Βενιζέλο. Από τον οποίο ζήτησε ένα και μόνο «ρουσφέτι». Να διατάξει την κατάταξή του σε μάχιμη μονάδα των πρόσω.

– Ο Σώζος κατετάγη ως απλός τυφεκιοφόρος, με τυφέκιο Μάνλιχερ, στο 1ο Τάγμα, του 1ου Συντάγματος Πεζικού, της 2ης Μεραρχίας του υποστράτηγου Κωνσταντίνου Καλάρη. Υπηρέτησε φρουρός Τούρκων αιχμαλώτων στην απελευθερωθείσα Θεσσαλονίκη. Πήρε το βάπτισμα του πυρός στην μάχη των Αγίων Σαράντα στη Βόρειο Ήπειρο 24 Νοεμβρίου 1912. Και θυσιάστηκε πολεμώντας με το τυφέκιο Μάνλιχερ στις 6 Δεκεμβρίου 1912, στις μάχες του υψώματος Προφήτης Ηλίας της Αετοράχης, στο Μπιζάνι, στις επιχειρήσεις για την απελευθέρωση των Ιωαννίνων.

– Εάν αλλιώς έπαιζε η μοίρα στο πεδίο της μάχης και στις πολιτικές αποφάσεις, τις προσωπικές και ιστορικές εξελίξεις, ίσως ο Σώζος, επικεφαλής των εκ Κύπρου βουλευτών, επάξια θα κοσμούσε σ’ αυτό το κτήριο, την τότε Βουλή των Ελλήνων. Με την Κύπρο, όπως την Κρήτη…Συγχωρήστε μου τα παίγνια με τα «αν» και τα «εφ’ όσον» του ιστορικού παρελθόντος. Τα υποκίνησε αυτό το ιστορικό κτήριο.

Αλλ’ απόψε κληθήκαμε να παραθέσουμε, για παραγωγικότερους προβληματισμούς, την αυστηρά ψυχρή, πραγματιστική, θεώρηση των συνεχιζομένων αδιεξόδων του Κυπριακού, εθνικού μας ζητήματος.

Η  ΤΡΙΑΔΑ ΤΗΣ ΗΤΤΑΣ

ΕΙΣΗΓΟΥΜΑΙ ότι τρεις είναι, προς εξέταση, οι πρωταίτιες θεμελιώδεις αντιλήψεις οι οποίες διαμόρφωσαν τον κεντρικό πυρήνα της ελληνικής στάσης, γενικά, και των πολιτικών αποφάσεων, ειδικά, στο Κυπριακό, από τον Αύγουστο του 1974, αμέσως μετά την κατάπαυση του πυρός με τον εισβολέα Αττίλα στην Κύπρο. Οι ίδιες αντιλήψεις συνεχίζουν μέχρι σήμερα να συντηρούν και ν’ αναπαράγουν την ίδια στάση. 

Η ΠΡΩΤΗ λέει χονδρικά ότι, είμαστε η ηττημένη πλευρά της πολεμικής εισβολής της Τουρκίας στην Κύπρο. Ότι, επίσης, δικό μας είναι το φταίξιμο για την ήττα. Επειδή, με το πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου 1974, προκαλέσαμε την εισβολή του Αττίλα. Και την έκτοτε τουρκική κατοχή των βόρειων ελληνικών εδαφών της νήσου. Και, ως εκ τούτου, αφού φταίξαμε κιόλας, θα πρέπει, συνεπώς, να πληρώσουμε οι ηττημένοι στους νικητές ΚΑΙ το τίμημα της ήττας, σε όσα αφορούν το είδος και το περιεχόμενο της «λύσης» του Κυπριακού. 

Η ΔΕΥΤΕΡΗ αντίληψη λέει ότι είμαστε αδύναμοι οι Έλληνες. Και ανίκανοι να ανατρέψουμε το δυσμενές σε βάρος μας ανισοζύγιο ισχύος, έναντι των πολλαπλασίως υπέρτερων δυνάμεων της Τουρκίας. Και, άρα, ως πρόθυμοι να πληρώσουμε το τίμημα της ήττας του ‘74, θα πρέπει να συνθηκολογήσουμε, με κάποια «λύση συμβιβασμού» και «διευθέτησης», ικανοποιώντας τις τουρκικές απαιτήσεις στο Κυπριακό. 

Η ΤΡΙΤΗ έλεγε και λέει ότι με την επίδειξη ελληνικής διαλλακτικότητας και καλής θελήσεως, η οποία θα προσκαλέσει και την επιζητούμενη αξιοποίηση του διεθνούς παράγοντα, είναι πιθανόν η Τουρκία να υποχωρήσει σε διαλλακτικότερες απαιτήσεις, ώστε να προκύψει μια «αμοιβαίως αποδεκτή συμβιβαστική διευθέτηση» του Κυπριακού. 

ΑΥΤΗ η τριάδα των ελληνικών αντιλήψεων και πεποιθήσεων, προφανώς ομοούσια κι αδιαίρετη, θεμελίωσε έκτοτε και παράγει διαρκώς έως σήμερα την ίδια πολιτική.

Παρήγαγε και παράγει επίσης όλο το πλήθος των άλλων προϊόντων και υποπροϊόντων της:

Στο επίπεδο της κομματικής ιδεολογίας, διαφορετικής έντασης σε κάθε κόμμα. Στο επίπεδο, βεβαίως, της δημόσιας ρητορικής και δημαγωγίας. Στο επίπεδο της πρωθύστερης προσαρμογής των ιστορικών αφηγημάτων, από πρόθυμους γι’ αυτό διανοούμενους, ιστορικούς, δημοσιογράφους και πολιτικούς.  Ούτως ώστε, όλα να επιστρατεύονται προς υποστύλωση, αναπαραγωγή κι ενδυνάμωση της ίδιας Τριάδας αντιλήψεων ήττας. Και, προπάντων, για να αποτρέπουν και να μην επιτρέψουν την καθ’ οιονδήποτε τρόπο ανατροπή ή το ξήλωμά της. Κυρίως δε, να διαπομπεύονται ως περιθωριακές ή και επικίνδυνες οποιεσδήποτε αντίθετες απόψεις. Μην αποκτήσουν ικανό έρεισμα στον λαό.

– Στη δική μας αρθρογραφία, από χρόνια υιοθετήσαμε, επί τούτου, ένα όρο που παριστά εκφραστικώς αυτή την κυρίαρχη τριάδα αντιλήψεων. Την ονομάσαμε ως Ηττημένα Μυαλά. Σε αντίθεση με ό, τι θα μπορούσε να αναζητηθεί ως Νικηφόρα Μυαλά…

ΠΕΡΙΠΟΥ αυτή η Τριάδα, είναι και η μήτρα η οποία κυοφορεί, μετά από την ήττα του 1974, ως τέκνο της, την Διζωνική Δικοινοτική Ομοσπονδία. Και την εγκυμονεί έκτοτε επί 43 χρόνια. Με επαπειλούμενη κατά διαστήματα την τερατογένεσή της. Με διάφορα διαδοχικώς επώνυμα:

– Τέσσερεις Κατευθυντήριες Γραμμές Μακαρίου – Ντενκτάς 12ης Φεβρουαρίου 1977,

– Βολιδοσκοπήσεις Βάλτχαϊμ, εκ του ονόματος του τότε Γ.Γρ. του ΟΗΕ,

– Αμερικανο-Βρετανο-Καναδικό Σχέδιο 1978,

– Δείκτες Κουεγιάρ 1985,

– Δέσμη Ιδεών Γκάλι 1992,

– Σχέδιο Ανάν 2002-2004,

– Κοινό Ανακοινωθέν Χριστόφια – Ταλάτ 23ης Μαΐου 2008,

– Κοινή Διακήρυξη Αναστασιάδη – Έρογλου 11ης Φεβρουαρίου 2014,

– Λύση εκ των διαπραγματεύσεων Αναστασιάδη – Ακιντζί 2015 έως 2017.

ΕΠΙΤΡΕΨΤΕ μου μια απεχθή και φρικτή, αλλά παραστατική νομίζω αντιστοίχιση. Επειδή μίλησα για την μήτρα όπου κυοφορήθηκε και συνεχίζει να κυοφορείται η Διζωνική Δικοινοτική Ομοσπονδία. 

Από 20η Ιουλίου έως 16η Αυγούστου 1974 ο τουρκικός Αττίλας εισέβαλε και κατέκτησε το 37% του κυπριακού εδάφους, ατιμάζοντας τον Ελληνισμό. Όλους μας. 

Γνωστό είναι ότι στις σκλαβωμένες περιοχές της Κύπρου εκατοντάδες ανυπεράσπιστες γυναίκες, σκλάβες αίφνης των ενόπλων δυνάμεων του τουρκικού κράτους, υπέστησαν αποτρόπαιους βιασμούς από τους άνδρες του τουρκικού στρατού εισβολής.

Ήταν τόσο μεγάλο το απεχθές πρόβλημα απ’ τις εγκυμοσύνες των βιασμών, ώστε ο τότε προεδρεύων της καθημαγμένης Κύπρου Γλαύκος Κληρίδης, τον Οκτώβριο 1974, μέσω του εν Κύπρω εκπροσώπου του διεθνούς Ερυθρού Σταυρού κ. Ζουγκέρ, ζήτησε τη συνδρομή των νοσοκομείων των βρετανικών βάσεων στο Ακρωτήρι για τις αναγκαίες εκτρώσεις. (βρετανικά έγγραφα στη σελίδα 174 του βιβλίου «Αιματηρή αλήθεια – Bloodytruth» Λευκωσία 2009).

ΤΟ άλλο, όμως, προϊόν του αποτρόπαιου βιασμού του 1974, έκτοτε κυοφορούμενη στην βιασμένη μήτρα του Ελληνισμού, η απεχθής Διζωνική Δικοινοτική Ομοσπονδία, όχι μόνο δεν εισήχθη για έκτρωση, αλλά και βρήκε προτού καν τεχθεί και πρόθυμους, παρ’ ημίν κηδεμόνες… Εμφορούμενους αμετακίνητα από την Τριάδα αντιλήψεων του «είμαστε οι ηττημένοι, είμαστε οι αδύναμοι και πρέπει να συμβιβαστούμε». 

ΕΠΙΤΡΕΨΤΕ μου, σε αυτή την παρέκκλιση να υπενθυμίσω και τους στίχους, του αείμνηστου ποιητή μας Παντελή Μηχανικού, στην «Κατάθεσή» του, του έτους 1975. Ο τίτλος του ποιήματος είναι το Ίτε.

Από το «ίτε παίδες Ελλήνων, ελευθερούτε πατρίδα, νυν υπέρ πάντων αγών», στους «Πέρσες» του Αισχύλου, για την καταναυμάχηση του στόλου του Ξέρξη, τον Σεπτέμβριο του 480π.Χ., στη Σαλαμίνα του Σαρωνικού μας.

Το «Ίτε» όμως του 1975, εμφανώς και εκ προθέσεως ανάστροφο, στους στίχους του Παντελή Μηχανικού, έγραφε τα εξής:

«Και τι περιμένεις από ανθρώπους

που τους βιάσανε τις γυναίκες μπροστά στα μάτια τους

και δεν τραβήξανε το σουγιά τους.

Απαθώς

τότε.

Κι απαθώς

σήμερα

ζητάνε απλώς

διαζύγιο.

Τέτοιοι ρουφιάνοι

δεν μπορούν να πολεμήσουν για τίποτε.» 

ΛΥΠΑΜΑΙ ειλικρινά και ντρέπομαι προσωπικά που κουβαλώ και σήμερα, μέχρις εδώ κι αυτή την άθλια μ’ αληθινή ψηφίδα στιγματισμού της συλλογικής μας αυτογνωσίας. Φίλος μεν Πλάτων, φιλτέρα δε η αλήθεια. 

43ΧΡΟΝΗ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ

ΑΛΛΑ υπάρχει και μια άλλη, διαρκώς ανακουφιστική, ενίοτε ελπιδοφόρα, αλήθεια. Διαχρονικά εξακριβωμένη. Επί 43 χρόνια επαληθευόμενη. Κατ’ αμάχητο τεκμήριο τεκμηριωμένη. Η οποία δίνει απάντηση στο φυσιολογικό ερώτημα:

– ΓΙΑΤΙ, άραγε, η επί τέσσερεις δεκαετίες, από το 1977 έως το 2017 κυοφορούμενη «λύση» της Διζωνικής Δικοινοτικής Ομοσπονδίας, δεν κατέστη δυνατόν να τεχθεί;

– ΠΟΙΟΣ και γιατί αποτρέπει κάθε φορά τον επιχειρούμενο τοκετό;

Η ΑΠΑΝΤΗΣΗ αποδείχθηκε μία, πολύ απλή. Και πολυσύνθετα πολύπλοκη:

Αυτή τη «λύση» την αποτρέπει, την απορρίπτει και την εμποδίζει η πλειοψηφία ημών των Ελλήνων:

Το αμάχητο τεκμήριο του 76% που απέρριψε στο δημοψήφισμα της 24ης Απριλίου 2004 το Σχέδιο Ανάν, δεν είναι το μόνο.

Η δήθεν αγωνιστικότητα που δημαγωγούν και οι Φουστανέλλες τις οποίες ενδύονται προεκλογικά, οι εκάστοτε διεκδικητές των εκλογών, είναι ένα απ’ τ’ άλλα τεκμήρια.

– Η δειλία και η ατολμία τους να υποκύψουν στο σύνολο των τουρκικών απαιτήσεων, για να παρουσιάσουν σε τέτοιο λαό ένα ακόμα «τελικό σχέδιο λύσης», είναι εξίσου, κατά συμπέρασμα τεκμήριο, που δείχνει εμμέσως πλην σαφώς τις διαθέσεις του λαού.

ΣΥΝΔΡΑΜΕΙ βεβαίως ακόμα ένα παράγοντας. Σημαντικότατα καθοριστικός:

Οι απαστράπτουσας καθαρότητας ανέκαθεν τουρκικές απαιτήσεις, να καταστήσουν εκλιπούσα την Κυπριακή Δημοκρατία. Και να μετατρέψουν σε τουρκικό προτεκτοράτο ολόκληρη την Κύπρο. Οι εκπεφρασμένες ανέκαθεν και τώρα τουρκικές απαιτήσεις, κατεδαφίζουν τις σκοπίμως καλλιεργούμενες ψευδαισθήσεις περί της δήθεν τουρκικής διαλλακτικότητας. Η πλειοψηφία των Ελλήνων, ο λαός, οι απλοί πολίτες, ξέρουν πολύ καλά, βλέπουν, διαισθάνονται, βιώνουν καθημερινά, εκείνο που σκαιώς οι δημαγωγοί επιχειρούν να αποκρύπτουν: Την αταλάντευτα σταθερή κι απαρέγκλιτη εναντίον του Ελληνισμού ΚΑΙ στην Κύπρο ΚΑΙ στο Αιγαίο, τουρκική επεκτατική στρατηγική.

ΑΥΤΗ η πραγματικότητα παράγει προσώρας δύο ασφαλή συμπεράσματα:

1ο Δεν φαίνεται πιθανό να εγκρίνει ο λαός, παρά την κλιμακούμενη προπαγάνδα των εντεταλμένων «επικοινωνιολόγων», την κυοφορούμενη στις λεγόμενες διακοινοτικές διαπραγματεύσεις «λύση». Είναι δε, εξ αυτού του λόγου, επιπλέον απίθανο να προκύψει καν στις διαπραγματεύσεις κάποιο τελικό συμφωνημένο σχέδιο «λύσης» για να τεθεί σε δημοψήφισμα ενώπιον του λαού.

2ο Δεν έχει, όμως βρει ακόμη ο Ελληνισμός, άξιους, ικανούς και πρόθυμους ηγέτες ώστε να επινοήσουν, να σχεδιάσουν και να προγραμματίσουν την υλοποίηση επιτέλους, μίας εθνικής στρατηγικής για την εξουδετέρωση και την ανατροπή της υπάρχουσας αντίπαλης, κατ’ ουσίαν, εκ προθέσεως και εξ ορισμού ανθελληνικής, τουρκικής στρατηγικής.

ΚΑΙ ΑΥΤΟ υπήρξε, είναι και παραμένει – κατά τη γνώμη μας – το μέγιστο πρόβλημα. Το πρώτιστο έλλειμμα. Η πρωταίτια αδυναμία κι ανικανότητα ημών των Ελλήνων. Με προφανέστατο, φυσιολογικό αποτέλεσμα, διαχρονικά διαπιστωμένο:

Την αδυναμία και την ανικανότητα επωφελούς αξιοποίησης των εκάστοτε εμφανιζομένων ευκαιριών που παρέχουν οι διαδοχικές κατραπακιές τού διακυβευόμενης ακόμη και της εδαφικής υπόστασής του, τουρκικού κράτους.

ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ: Η δική μας ανάλυση για το πώς θα μπορούσαν ν’ αλλάξουν προς το καλύτερο τα πράγματα, προϋποθέτει απαραίτητα την ανατροπή και την υπέρβαση, αυτών των πρωταίτιων τριών αντιλήψεων της ήττας.

Φρονούμε, μάλιστα ότι, ως ζωτικότερης σημασίας και παραγωγικότερου αποτελέσματος, οφείλει κατά προτεραιότητα να προταχθεί η έμπρακτη ανατροπή, της δεύτερης από τις τρεις αντιλήψεις.

Να ανατραπεί δηλαδή το καθηλωτικό στην ηττοπάθεια, «είμαστε αδύναμοι κι ανίκανοι να ανατρέψουμε το δυσμενές σε βάρος μας ανισοζύγιο ισχύος έναντι της Τουρκίας». Που σημαίνει: Πρώτιστος στόχος η πρόσκτηση εθνικής ισχύος. Αμφοτέρων των κρατών του Ελληνισμού. Με διαρκώς εμπλουτιζόμενη στρατηγική αντίληψη, στρατηγική νοοτροπία και στρατηγικό σχεδιασμό, διαρκούς ενδυνάμωσης της αντιστασιακής δυνατότητας απέναντι στην Τουρκία. Πρώτος, απαραίτητα αναγκαίος και ικανός παράγοντας. Ο οποίος, συνακόλουθα, θα επιτρέψει και τον απεγκλωβισμό από τις άλλες δύο προπατορικές αντιλήψεις που καταδυναστεύουν και καθηλώνουν τον Ελληνισμό στην ήττα του 1974.

Σας ευχαριστώ για την υπομονή σας να με ακούσετε.

ΤΕΛΟΣ

 

 

 

Advertisements
  1. Δεν υπάρχουν σχόλια.
  1. No trackbacks yet.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: