Αρχική > Εθνικά, Ιστορικά και θεωρητικά, Κύπρος / κυπριακό > «ΕΠΑΝΑΤΟΠΟΘΕΤΗΣΗ ΤΟΥ ΚΥΠΡΙΑΚΟΥ»

«ΕΠΑΝΑΤΟΠΟΘΕΤΗΣΗ ΤΟΥ ΚΥΠΡΙΑΚΟΥ»

Διπλωματικός Κύκλος

Εκδήλωση για το Κυπριακό

Τετάρτη, 31 Μαΐου 2017, ΛΑΕΔ, Αθήνα

 

Θέμος Χ. Στοφορόπουλος

 

ΕΠΑΝΑΤΟΠΟΘΕΤΗΣΗ ΤΟΥ ΚΥΠΡΙΑΚΟΥ

Στις 8 Φεβρουαρίου 1958, ο Πρέσβυς της Ελλάδος στο Λονδίνο πήγε στο Foreign Office και είδε τον Υπουργό Εξωτερικών Selwyn Lloyd. Ο Υπουργός πληροφόρησε τον Πρέσβυ ότι η Τουρκία, απειλώντας με πόλεμο, απαιτούσε ν’αποκτήσει, στην Κύπρο, δική της «φυσική παρουσία». Υποστηρίζοντας αυτή την αξίωση, ο Βρετανός Υπουργός είπε πως η Τουρκία θεωρούσε την Κύπρο παράκτιο σε αυτήν νησί (offshore island) και εξέφρασε την γνώμη ότι (δικαίως) η Τουρκία ήθελε ν’αποκλείσει το ενδεχόμενο να πέσει αυτό το νησί σε εχθρικά χέρια.

Ο Πρέσβυς της Ελλάδος, Γεώργιος Σεφεριάδης, απάντησε ως εξής: «Πρώτον, και άλλα ελληνικά νησιά, πάμπολλα, βρίσκονται παρά τις ακτές της Τουρκίας. Ολόκληρη η Ελλάδα», είπε, «βρίσκεται παρά τις ακτές της Τουρκίας. Άραγε, πρόκειται, όπου να’ναι, ν’ακούσουμε τους Τούρκους να ζητούν «φυσική παρουσία» και εκεί; Δεύτερον», είπε, «την εποχή του Ερρίκου του Ογδόου, οι Βρετανοί ήσαν στην Βουλώνη. Αυτό θα ήταν επιχείρημα για να διεκδικήσετε τώρα, εσείς οι Βρετανοί, την Βουλώνη; Τρίτον», προέβλεψε ο Σεφεριάδης, «οι Τούρκοι θα συνεχίσουν να προβάλουν αυτές τις παράλογες αξιώσεις όσο αισθά­νονται ότι αυτές λαμβάνονται υπ’όψιν (από εσάς τους Βρετανούς) μόνο και μόνο επειδή είναι αυτοί (οι Τούρκοι) που τις προβάλλουν. Τότε, όμως (παρετήρησε ο Πρέσβυς) δεν πρόκειται για βέτο ενός από τους συμμάχους σας, αλλά για diktat. Υπό αυτές τις συνθήκες (συνεπέρανε) δεν βλέπω πώς μπορούμε να προχωρήσουμε».

Όμως η ηγεσία του Ελληνισμού δεν είχε την ανεξάρτητη σκέψη και την ευθυκρισία του Σεφεριάδη. Ενδίδοντας στις πιέσεις της Βρετανίας και της Τουρκίας, οι Έλληνες ηγέτες υπέκυψαν στο diktat των Συμφωνιών Ζυρίχης-Λονδίνου, βάσει των οποίων υπεγράφησαν στην Λευκωσία, στις 16 Αυγούστου 1960, τέσσερις διεθνείς πράξεις.

Η πρώτη ήταν η Συνθήκη Εγκαθίδρυσης της «Κυπριακής Δημο­κρατίας». Την υπέγραψαν: η Βρετανία και, από κυπριακής πλευράς, ο Μακάριος και ο Κιουτσούκ που είχαν εκλεγεί, αντιστοίχως, Πρόεδρος και Αντιπρόεδρος, όμως χωρίς καμία ειδική εντολή. Υπέγραψαν, επίσης, η Τουρκία και η Ελλάδα. Η Συνθήκη Εγκαθίδρυσης εξαιρούσε, από την επικράτεια της Κυπριακής Δημοκρατίας, δύο βρετανικές βάσεις, τις γνωστές του Ακρωτηρίου και της Δεκελείας, που τις βάφτισαν «κυρίαρχες» (και που τώρα χρησιμοποιούν, επί πληρωμή, και οι Ηνωμένες Πολιτείες). Επίσης δημιουργήθηκαν, μέσα στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας, μικρές βάσεις, οι ονομαζόμενες sites, και πεδία ασκήσεων, αλλά και σειρά άλλων στρατιωτικών «διευκολύνσεων» της Βρετανίας.

Η δεύτερη διεθνής πράξη του 1960 ήταν η Συνθήκη «Εγγύησης». Την υπέγραψαν οι ίδιοι: Μακάριος, Κιουτσούκ, Τουρκία, Βρετανία, Ελλάδα. Τα Μέρη δεσμεύθηκαν να εξασφαλίζουν την ανεξαρτησία, εδαφική ακε­ραιότητα και ασφάλεια της Κυπριακής Δημοκρατίας, καθώς και την τήρηση του Συντάγματός της. Η Κυπριακή Δημοκρατία, η Ελλάδα και η Τουρκία ανέλαβαν να σέβονται τις βάσεις και την άλλη στρατιωτική παρουσία της Βρετανίας στην Κύπρο.

Σύμφωνα με το άρθρο 4 της Συνθήκης Εγγύησης, η Ελλάδα, η Τουρκία και το Ηνωμένο Βασίλειο, οι τρεις «εγγυήτριες δυνάμεις», θ’αντιμετώπιζαν (με κοινές διαβουλεύσεις, διαβήματα ή «μέτρα») τυχόν παραβιάσεις των διατάξεων της Συνθήκης Εγγύησης.

Σύμφωνα δε με την περίφημη δεύτερη παράγραφο του άρθρου 4 της Συνθήκης Εγγύησης, αν κοινή ή συντονισμένη δράση αποδεικνυόταν αδύνατη, η κάθε «εγγυόμενη δύναμη» θα είχε το δικαίωμα: «ν’αναλάβει δράση με αποκλειστικό σκοπό ν’αποκαταστήσει την κατάσταση πραγμάτων» που δημιουργούσαν οι Συνθήκες. Σύμφωνα με τον Χάρτη του ΟΗΕ, αλλά και σύμφωνα με ειδική γνωμοδότηση της Νομικής Υπηρεσίας των Ηνω­μένων Εθνών, η «δράση» αυτή δεν επιτρεπόταν να λάβει την μορφή ένοπλης επέμβασης. Και όμως, η Τουρκία επικαλέσθηκε την Συνθήκη Εγγύησης για να εισβάλει το 1974 στην Κύπρο, όπου κάθε άλλο παρά «αποκατά­σταση πραγμάτων» επιδιώκει.

Η τρίτη Συνθήκη του 1960 ήταν η επιγραφόμενη «Συνθήκη Συμμαχίας», μεταξύ Κυπριακής Δημοκρατίας, Τουρκίας και Ελλάδας, πάλι, υποτίθεται, υπέρ της ανεξαρτησίας και της εδαφικής ακεραιότητας της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Η Συνθήκη αποτελούσε τη νομική βάση για την ΤΟΥΡΔΥΚ των 650 ανδρών και την ΕΛΔΥΚ των 950. Προβλεπόταν, ότι οι δυνάμεις αυτές θα υπήγοντο σε Τριμερές Επιτελείο Κύπρου-Ελλάδας-Τουρκίας και ότι θα συνιστάτο και Επιτροπή των Υπουργών Εξωτερικών των τριών χωρών, που θ’αποτελούσε το ύπατο πολιτικό όργανο της τριμερούς αυτής συμ­μαχίας. Πάντως η ΤΟΥΡΔΥΚ ήταν μια (αρχική) «φυσική παρουσία» της Τουρκίας στην Κύπρο.

Η τέταρτη διεθνής πράξη του 1960 ήταν το Σύνταγμα της Κύπρου. Αποτέλεσμα, όχι μιας Συντακτικής Συνέλευσης του κυπριακού λαού, αλλά μιας «Μικτής Συνταγματικής Επιτροπής» που συγκροτήθηκε (χωρίς να ερωτηθεί ο κυπριακός λαός) από τέσσερις αντιπροσωπείες: της Τουρκίας, της Ελλάδας, των Ελλήνων Κυπρίων και των Τουρκοκυπρίων. Το Σύνταγμα δεν τέθηκε (και δεν επρόκειτο ποτέ να τεθεί) υπό την κρίση του κυπριακού λαού. Το υπέγραψαν, χωρίς να έχουν τέτοια λαϊκή εξουσιοδότηση, ο Μακάριος και ο Κιουτσούκ. Είναι δε χαρακτηριστικό ότι το Σύνταγμα υπέγραψαν, επίσης, αντιπρόσωποι της Βρετανίας, της Τουρκίας και της Ελλάδας. Ως προς το περιεχόμενο του Συντάγματος, αρκεί να λεχθεί ότι, λόγω τουρκικής αντίρρησης, ακόμα και η λέξη «δημοκρατικό» (democratic) αποκλείσθηκε από το κείμενο.

Συνεπώς, δεν είναι περίεργο ότι ο Μακάριος αναγκάσθηκε να επι­διώξει την τροποποίηση του Συντάγματος. Το έπραξε το 1963, με αποτέ­λεσμα οι Τουρκοκύπριοι να προχωρήσουν σε χωριστικές ενέργειες που περιελάμβαναν την δημιουργία δικών τους γεωγραφικών θυλάκων.

Με τον τρόπο αυτό, προετοιμάσθηκε η ευρύτατη «φυσική παρουσία» της Τουρκίας στην Κύπρο, που πραγματοποιήθηκε με την εισβολή του 1974. Πρόσχημα υπήρξε το πραξικόπημα κατά του Μακαρίου. (Ως προς τα γεγονότα του 1974, πρέπει, επιτέλους, να διαλευκανθεί αν και ποία προηγήθηκε συνεννόηση Ελλαδιτών με την Τουρκία, ενδεχομένως με την μεσολάβηση τρίτων).

Είναι, οπωσδήποτε, βέβαιο ότι η εισβολή υπήρξε παράνομη, και κατά τους γενικούς κανόνες του Διεθνούς Δικαίου και κατά την «Συνθήκη Εγγύησης». Άρα, παράνομα είναι και τα συνεχιζόμενα αποτελέσματα της εισβολής.

Αφίσα του τουρκικού ΓΕΣ τον Ιούλιο του 1974

Η Κατοχή συνιστά διεθνές έγκλημα. Στηρίζει, άλλα διεθνή εγκλήματα, όπως την Εθνοκάθαρση, τον Εποικισμό, τον πλήρη εκτουρκισμό των κατεχομένων (π.χ., με την καταστροφή ελληνικών μνημείων και τον εκ­τουρκισμό ελληνικών τοπωνυμίων). Η Κατοχή, η Εθνοκάθαρση, ο Εποι­κισμός, ο Εκτουρκισμός στηρίζουν το παράνομο ψευδοκράτος, η ύπαρξη του οποίου επιδιώκει να συγκαλύψει τον εγκληματικό τους χαρακτήρα.

Η ανάκληση του ψευδοκράτους έπρεπε να έχει γίνει, το αργότερο τον Μάιο του 1984, σύμφωνα με την παράγραφο 2 της απόφασης 550, που το Συμβούλιο Ασφαλείας έλαβε στις 11 Μαΐου του έτους εκείνου. Έχει ως εξής: «το Συμβούλιο Ασφαλείας καταδικάζει όλες τις αποσχιστικές ενέργειες (…) και εντέλλεται την άμεση (immediate) ανάκλησή τους». Αυτές οι «αποσχιστικές ενέργειες», τις οποίες αναφέρει το Συμβούλιο Ασφαλείας, είναι, βέβαια, η ανακήρυξη του ψευδοκράτους και η αναγνώρισή του από την Τουρκία.

Κατοχή, Εθνοκάθαρση, Εποικισμός, Εκτουρκισμός και Ψευδοκράτος συναποτελούν ένα σύνθετο διεθνές έγκλημα που πρέπει να τερματισθεί άνευ όρων. Και όχι να μεταμφιέζεται η εγκληματική συμπεριφορά της Τουρκίας σε διαφορά μεταξύ δύο κυπριακών κοινοτήτων. Η εφαρμογή κανόνων Διεθνούς Δικαίου (αναγκαστικού Δικαίου) και ο τερματισμός διεθνών εγκλημάτων είναι απαράδεκτο να εξαρτώνται από την σύμφωνη γνώμη της εγκληματούσης Τουρκίας ή των Τουρκοκυπρίων, που δρουν, εκούσια ή και παρά την θέλησή τους, ως όργανα της Τουρκίας.

Το φθινόπωρο του 1974, στη Νέα Υόρκη, ο Μακάριος αντιστεκόταν στον Κίσσινγκερ που απειλούσε ότι ο δεύτερος «Αττίλας» θα προχωρούσε ακόμα περισσότερο αν ο Αρχιεπίσκοπος δεν δεχόταν την απαίτηση της Τουρκίας για γεωγραφική ομοσπονδία.

Μιλώντας τότε στη Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών, ο Μακά­ριος θύμισε ότι η Συνθήκη Εγγύησης του 1960 δεν έδινε στην Τουρκία το δικαίωμα να πράξει όσα έπραττε και επεσήμανε ότι η Τουρκία ήθελε να καταστρέψει αυτό που είχε εγγυηθεί: την ανεξαρτησία και την εδαφική ακεραιότητα της Κύπρου. Ο Αρχιεπίσκοπος τόνισε επίσης ότι μια γεωγρα­φική ομοσπονδία θα ήταν όχι μόνον τεχνητή αλλά και απάνθρωπη, ότι θα ισοδυναμούσε με διχοτόμηση και ότι ο ίδιος δεν θα την δεχόταν, ακόμα και αν η Τουρκία μείωνε σημαντικά την περιοχή που κατείχε ή ακόμα και αν η Τουρκία κατελάμβανε και την υπόλοιπη Κύπρο (αυτό, ως απάντηση στις απειλές του Κίσσινγκερ).

Η Ελλάδα δεν στήριξε τον Μακάριο κι έτσι ο Μακάριος κάμφθηκε και συμφώνησε με τον Ντενκτάς, το 1977, να επιδιώξουν μια δικοινοτική ομοσπονδία, με δύο περιοχές, που η κάθε μία θα ήταν υπό την διοίκηση μιας από τις δύο κοινότητες.

Επακολούθησαν οι δεκαετίες των λεγόμενων «διακοινοτικών συνο­μιλιών», με αποτέλεσμα την ανάδυση του όρου «διζωνική-δικοινοτική ομοσπονδία» και την σταδιακή διολίσθηση, που οδήγησε στο Σχέδιο Ανάν. Παραλλαγή του οποίου επιχειρείται τώρα να επιβληθεί στον κυ­πριακό λαό: πρόκειται για προσπάθεια επανανομιμοποίησης των τεσσάρων κειμένων του Αυγούστου 1960, τροποποιημένων επί τα χείρω κατά πολύ.

Π.χ., ορισμένοι διεθνείς παράγοντες προτείνουν να διατηρηθούν οι εγγυήσεις και να διαθέτει η Τουρκία ειδικότερα παρεμβατικά δικαιώ­ματα στην τουρκοκυπριακή ομόσπονδη πολιτεία. Επιπλέον, να αποκτήσει η Τουρκία κυριαρχικά δικαιώματα σε ορισμένη περιοχή της Κύπρου, του εναέριου χώρου και των χωρικών υδάτων, της περιοχής αυτής, κατά το πρότυπο των βρετανικών βάσεων. Μια τέτοια στρατιωτική βάση θ’αποτελούσε «φυσική παρουσία» της Τουρκίας στην Κύπρο, για να χρησιμοποιήσουμε πάλι τα λόγια Selwyn Lloyd προς τον Σεφεριάδη, το 1958. Όπως τέτοια «φυσική παρουσία» έχει τώρα η Τουρκία, σε όλα τα κατεχόμενα. Όπως θα είχε και στο ομόσπονδο κρατίδιο εποίκων και Τουρκοκυπρίων, διότι αυτό θα παρέμενε υπό τον έλεγχο της Άγκυρας. Πόσω μάλλον αν απο­κτούσε η Άγκυρα ειδικά δικαιώματα προστάτιδος δυνάμεως του βορείου κρατιδίου. Και ολόκληρη, όμως, την Κυπριακή Δημοκρατία θα έθετε ευκο­λότερα υπό τον έλεγχό της η Τουρκία αν γινόντουσαν δεκτά όσα προτεί­νονται.

Ευτυχώς δεν γίνονται. Οι κυβερνήσεις Κύπρου και Ελλάδας έχουν αναχαιτίσει την διπλωματική προέλαση των αντιπάλων μας, δηλώνοντας ότι δεν πρόκειται να δεχθούν «λύση» που να περιλαμβάνει διατήρηση των εγγυήσεων ή παραμονή και μικρού έστω αριθμού Τούρκων στρατιωτών. Ούτε, δηλαδή, των 750 της ΤΟΥΡΔΥΚ.

Θα ήταν παράλειψη να μην αναφέρω εδώ τις χθεσινές και προχθεσινές δηλώσεις του Υπουργού Εξωτερικών, του κ. Κοτζιά, που επεσήμανε ότι «η ουσία του Κυπριακού είναι η κατοχή κυπριακού εδάφους από τρίτη χώρα, την Τουρκία», μίλησε για «την θεώρηση που έχει η Τουρκία του Κυπριακού ως ζητήματος τουρκικών γεωπολιτικών συμφερόντων στην περιοχή» και θύμισε ότι «στην διαδικασία που έχει ακολουθηθεί μέχρι σήμερα, όποτε έμπαινε το ζήτημα της ασφάλειας και των εγγυήσεων, η Τουρκία εγκατέλειπε τον διάλογο».

Η σωστή αυτή προσέγγιση Κύπρου και Ελλάδας μπορεί και πρέπει να μετεξελιχθεί στην αναγκαία επανατοποθέτηση του Κυπριακού.

Στην απαίτηση, δηλαδή, να τερματισθεί, άνευ προϋποθέσεων, το σύνθετο και διαρκές έγκλημα που διαπράττεται στην Κύπρο. Αρχίζοντας από την αποχώρηση των εποίκων.

Όπως, όμως, έχει παρατηρήσει ο Καθηγητής κ. Συρίγος, σχετικά με το αναλόγου φύσεως ζήτημα των δώδεκα μιλίων στο Αιγαίο, τώρα πια μια τέτοια επανατοποθέτηση θα ξενίσει, αν γίνει απότομα και απροετοί­μαστα. Γι’αυτό, χρειάζεται να προηγηθεί κατάλληλη ενημέρωση της διεθνούς κοινής γνώμης, δια των μέσων μαζικής επικοινωνίας, δια του πανεπιστημιακού κόσμου και, ασφαλώς, δια των πολιτικών δυνάμεων που θέλουν να βλέπουν τα πράγματα όπως πράγματι είναι.

Πρώτα, προφανώς, πρέπει να πεισθούν όσο γίνεται περισσότεροι Έλληνες: Κύπριοι και Ελλαδίτες. Ευτυχώς, και στην Κύπρο και στην Ελλάδα αρχίζει, επιτέλους, να δημιουργείται χρήσιμος προβληματισμός για την πορεία του Κυπριακού, που όμως δεν έχει οδηγήσει σε επαρκώς επεξερ­γασμένες θέσεις. Εξαίρεση, οι θέσεις του ΚΚΕ.

Είναι ανάγκη να εξηγούμε στους καλόπιστους ξένους ότι αυτό που συζητείται, όλ’ αυτά τα χρόνια, είναι η αποποινικοποίηση των τουρκικών εγκλημάτων, ώστε όχι μόνον να μην τερματισθούν, αλλ’ αντίθετα, ν’ αποτε­λέσουν την βάση της δήθεν λύσης.

Διότι, προφανώς, χωρίς εισβολή, κατοχή και εθνοκάθαρση, και χωρίς διατήρηση των συνεπειών τους, δεν θα μπορούσε καν να γίνεται λόγος για γεωγραφική ομοσπονδία. Ο δε εποικισμός και τα άλλα μέτρα εκτουρ­κισμού των κατεχομένων αποβλέπουν στην ενίσχυση του βόρειου ομό­σπονδου κρατιδίου, το οποίο θα είναι μετεξέλιξη του ψευδοκράτους.

Επί του βορείου ομόσπονδου κρατιδίου η Τουρκία θα συνεχίσει να ασκεί επικυριαρχία, ακόμα και χωρίς εγγυήσεις και στρατεύματα. Διότι η Τουρκία θα μπορεί να χρησιμοποιεί οικονομικούς δεσμούς ή τα μέσα των μυστικών της υπηρεσιών (εκβιασμούς, χρηματισμούς), μαζί με τις προσφι­λείς της προβοκάτσιες. Μέσω του υποτελούς σε αυτήν βορείου κρατιδίου, η Τουρκία θα ελέγχει τις σήμερα ελεύθερες περιοχές, όπως και όσες «επι­στρέψει», όπως αυτό ονομάζεται.

Είναι, επίσης, φανερό ότι, στο άκρως περιπεπλεγμένο σύστημα μιας κυπριακής ομοσπονδίας, οι πιθανές εμπλοκές, αποτέλεσμα πλεκτάνης ή δυσλειτουργίας, θα προσφέρουν στην Τουρκία προσχήματα περαιτέρω επεμβάσεων ή και νέας εισβολής.

Μέχρι να καταφέρει η Τουρκία να προσαρτήσει ολόκληρο αυτό το «παράκτιο νησί». Για σκοπούς γεωπολιτικούς και οικονομικούς, που τώρα περιλαμβάνουν την αναβάθμιση της Τουρκίας ως περιφερειακής δύναμης και την εκμετάλλευση και μεταφορά υδρογονανθράκων ή την κατασκευή έργων ανασυγκρότησης. Είναι γι’ αυτό που ισχυροί οικονομικοί όμιλοι ενδιαφέρονται για «λύση» του Κυπριακού, που θα περιόριζε το πολιτικό τους ρίσκο.

Είναι περισσότερο αναγκαία παρά ποτέ η επανατοποθέτηση.

Με την επανατοποθέτηση, θα ξέφευγε η ελληνική πλευρά από το διπλωματικό πλαίσιο που έστησε ο Κίσσινγκερ το φθινόπωρο του 1974 και θα μπορούσαμε ν’αποδυθούμε σε μακροχρόνια προσπάθεια απελευ­θέρωσης της Κύπρου.

Ένα επιπλέον προσόν της επανατοποθέτησης είναι ότι θα ενίσχυε τις καταγγελίες μας της παράνομης τουρκικής συμπεριφοράς ως προς την ΑΟΖ της Κύπρου, αλλά και ως προς την υφαλοκρηπίδα της Ελλάδας. Γενικότερα, θα μπορούσε η επανατοποθέτηση να μας διευκολύνει στην προσπάθειά μας να φωτίσουμε ολόκληρο τον τουρκικό επεκτατισμό.

Ερωτάται, όμως, αν η επανατοποθέτηση είναι αρκετή, ενώ, εξάλλου, γίνονται προβλέψεις ότι η έλλειψη λύσης θα επιτρέψει μεγαλύτερη εποίκηση των κατεχομένων και εκφράζονται φόβοι ότι η επανατοποθέτηση ενδέχεται να οδηγήσει σε επικίνδυνη περαιτέρω όξυνση των ελληνοτουρ­κικών σχέσεων ή και σε διχοτόμηση της Κύπρου.

Υπάρχουν οι εξής απαντήσεις:

Πρώτον, ότι η θέση του Κυπριακού στη σωστή βάση είναι όρος αναγκαίος, αλλά όχι επαρκής, για την δυνατότητα διεξαγωγής απελευθε­ρωτικού αγώνα: η επανατοποθέτηση αποτελεί απαραίτητη συνιστώσα, αλλά δεν μπορεί ν’αναπληρώσει την απουσία ή την μειονεκτικότητα άλλων συνιστωσών.

Δεύτερον, ότι, τελικά, ολόκληρη η Κύπρος θα τουρκέψει αν υπάρξει «διζωνική-δικοινοτική ομοσπονδία».

Τρίτον, ότι παρά την πολιτική κατευνασμού που έχουμε ακολου­θήσει, (ή, ακριβώς λόγω αυτής) η Τουρκία αυξάνει συνεχώς τις διεκδι­κήσεις της, απειλώντας μας.

Τέταρτον, ότι και από αυτήν ακόμα την διχοτόμηση είναι χειρό­τερη η «διζωνική-δικοινοτική ομοσπονδία» που θέλει η Τουρκία και που μόνον θα δεχθεί, για να μπορέσει έτσι να υποδουλώσει την Κυπριακή Δημοκρατία.

Όχι ότι η διχοτόμηση δεν είναι ολέθρια. Διχοτόμηση σημαίνει από­λυτη κατοχή των κατεχομένων και σχετική ελευθερία των ελεύθερων περιο­χών. Σχετική, διότι ο «Αττίλας» ρίχνει επάνω τους την σκιά του, καρα­δοκώντας. Υπό τις σημερινές συνθήκες, είναι δύσκολη η διεθνής αναγνώριση του ψευδοκράτους και θα γινόταν ακόμα δυσκολότερη με την επανατο­ποθέτηση. Αν, πάντως, δημιουργηθεί διεθνώς αναγνωρισμένο σύνορο, αυτό ίσως θα προστάτευε τον Κυπριακό Ελληνισμό. Μόνον όμως για ένα διάστημα. Όχι για πάντα. Διότι η Τουρκία δεν θα έπαυε να βλέπει ολό­κληρη την Κύπρο σαν «παράκτιο νησί», όπως είχε πει ο Selwyn Lloyd στον Σεφεριάδη. Θα χρησιμοποιούσε, συνεπώς, το βόρειο κράτος ως εφαλ­τήριο για να πάρει και το νότιο.

Βρετανική βάση στην Κύπρο.

Η επανατοποθέτηση θα ήταν ελλιπής αν δεν περιελάμβανε την αξίωση να καταργηθεί η βρετανική στρατιωτική παρουσία στην Κύπρο.

Από πολιτική άποψη, είναι απαράδεκτη η επιβίωση τέτοιων αποι­κιακών δικαιωμάτων των Άγγλων, των «αιωνίων Άγγλων», όπως έλεγε ο Σεφέρης. Απαράδεκτη για τον κυπριακό λαό, αλλά και για όλους τους λαούς που υφίστανται επεμβάσεις με αφετηρία τις βρετανικές βάσεις στην Κύπρο. Στρατιωτικές επεμβάσεις σε χώρες της ευρύτερης περιοχής, αλλά και κατασκοπευτικές επεμβάσεις, αφού οι βρετανικές ηλεκτρονικές εγκαταστάσεις στην Κύπρο είναι μέρος τέτοιου παγκόσμιου δικτύου.

Απαράδεκτα, όμως, τα βρετανικά δικαιώματα στην Κύπρο και από άποψη νομικής; Γιατί να ισχύουν τα υπέρ της Βρετανίας παραρτήματα της Συνθήκης Εγκαθίδρυσης του 1960, όταν άλλα παραρτήματα της ίδιας Συνθήκης έχουν καταργηθεί στην πράξη, με ευθύνη και της ίδιας της Βρετανίας;

Οι Βρετανοί καλώς γνωρίζουν ότι η στρατιωτική παρουσία τους στην Κύπρο δεν έχει πλέον νομική βάση και γι’αυτό επεδίωξαν την επανα­νομιμοποίησή της με το Σχέδιο Ανάν, που οι ίδιοι συνέταξαν.

Ο Ελληνισμός αντιμετωπίζει στην Κύπρο ενιαίο μέτωπο Τουρκίας-Βρετανίας, ακριβώς όπως είπε ο Σεφεριάδης στον Selwyn Lloyd. Είναι λανθασμένη η άποψη ότι: «δεν πρέπει ν’ανοίξουμε δεύτερο μέτωπο, ενοχλώντας τους Άγγλους».

Άρχισα με τον διπλωμάτη Γεώργιο Σεφεριάδη, θα τελειώσω με τον ποιητή Γιώργο Σεφέρη.

Στο τέλος του ποιήματός του «Σαλαμίνα της Κύπρος» διαβάζουμε:

«Ναι· όμως ο μαντατοφόρος τρέχει

κι όσο μακρύς κι αν είναι ο δρόμος του, θα φέρει

σ’ αυτούς που γύρευαν ν’ αλυσοδέσουν τον Ελλήσποντο

το φοβερό μήνυμα της Σαλαμίνας».-

Advertisements
  1. Δεν υπάρχουν σχόλια.
  1. No trackbacks yet.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: