Αρχική > πολιτική οικονομία, Διεθνή > «Ομόλογα: Μήπως τελικά έχουμε νέα φούσκα στην αγορά;»

«Ομόλογα: Μήπως τελικά έχουμε νέα φούσκα στην αγορά;»

03/09/2019

REUTERS/LUCAS JACKSON

Της Νατάσας Στασινού

Οι τιμές των ομολόγων επιδίδονται σε ένα ξέφρενο ράλι και το κόστος δανεισμού των χωρών ανά τον πλανήτη υποχωρεί σε επίπεδα, που κανείς δεν μπορούσε να φανταστεί έως και πριν από λίγους μήνες. Η εξέλιξη αυτή προκαλεί χαμόγελα στα οικονομικά επιτελεία των κυβερνήσεων από τη μία και εντεινόμενους φόβους από την άλλη: τόσο για μία ύφεση στην παγκόσμια οικονομία όσο και για φούσκα στην αγορά. Πόσο δικαιολογημένοι είναι οι φόβοι αυτοί;

Για την ύφεση δεν μπορεί παρά να κοιτάξει κανείς τα ολόενα και πιο απογοητευτικά μακροοικονομικά δεδομένα, όπως και τη διαφαινόμενη στροφή στην δημοσιονομική πολιτική οικονομικών που επέλεγαν σχεδόν εμμονικά την πειθαρχία, με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα αυτό της Γερμανίας. Και πάλι όμως αρκεί αυτό για να βλέπει η Ιταλία την απόδοσή του ομολόγου αναφοράς στο 0,9%, η Ελλάδα κοντά στο 1,6%, η Ισπανία και η Πορτογαλία στο μηδέν; Οι επενδυτές εμφανίζονται αχόρτααγοι και για εταιρικό χρέος. Στην πλατφόρμα Tradeweb διαπραγματεύονται εταιρικά ομόλογα επενδυτικής διαβάθμισης της Ευρωζώνης με συνολική αξία 3,4 τρισ. ευρώ. Εξ αυτών ομόλογα αξίας 1,68 τρισ. ευρώ ή το 49,51% έφεραν αρνητική απόδοση  στα τέλη Αυγούστου, όπως αποκαλύπτουν τα στοιχεία της πλατφόρμα. Το ποσοστό ήταν μόλις 12% τον Ιανουάριο. Η εκτίναξή του άλλους εντυπωσιάζει και άλλους τρομάζει.

Η μεγάλη πηγή ανησυχίας είναι η ελεύθερη πτώση στις αποδόσεις των μακροπρόθεσμων ομολόγων και η αντιστροφή της καμπύλης. Οι επενδυτές πληρώνουν αντί να απαιτούν τόκο για να τοποθετήσουν τα χρήματά τους σε τίτλους δέκα ή ακόμη και τριάντα ετών. Ωστόσο μερίδα επενδυτών εξακολουθεί να καθησυχάζει. Δεν είναι τόσο η άμεση απειλή της ύφεσης όσο το γεγονός ότι τράπεζες, ασφαλιστικές εταιρείες, συνταξιοδοτικά ταμεία και άλλοι επενδυτές, που δεν προτιμούν το ρίσκο, αγοράζουν ομόλογα «στον αυτόματο πιλότο». Οι τοποθετήσεις τους γίνονται με βάση προκαθορισμένα μοντέλα ανάλυσης ρίσκου και χάραξης στρατηγικής και αυτά τους υπαγορεύουν αυτή τη στιγμή πως δεν υπάρχει επιλογή, όπως εξηγούν ειδικοί στην Wall Street Journal.

Σημειώνουν επίσης ότι καθώς τα επιτόκια στα δάνεια έχουν μειωθεί αισθητά, οι Αμερικανοί δανειολήπτες προχωρούν μαζικά σε αναχρηματοδότηση των στεγαστικών δανείων τους. Αυτό σημαίνιε ότι τα συνδεόμενα με υποθήκες ομόλογα αποπληρώνονται πιο γρήγορα από ό,τι είχε υπολογιστεί. Οι οργανισμοί που είχαν στην κατοχή τους τα ομόλογα αυτά (τράπεζες, εταιρείες διαχείρισης κεφαλαίων κτλ) στρέφονται έτσι με το ρευστό που έχουν στη διάθεσή τους σε μακρύτερης διάρκειας κρατικά ομόλογα. Το ράλι κατά συνέπεια αποκτά ακόμη μεγαλύτερη ορμή.

Σε αρκετούς οι εξελίξεις στις αγορές ξυπνούν μνήμες από το 2007 ή και την παλαιότερη φούσκα στα τέλη της δεκαετίας του 1990. Σημειώνουν δε ότι πρόκειται για μία φούσκα, που «σιγοβράζει» εδώ και 30 χρόνια, αφού το πάρτι του κρατικού χρέους διαρκεί με μικρά (και κάποιες φορές οδυνηρά) διαλείμματα για τρεις δεκαετίες. Οι αποδόσεις υποχωρούν σταθερά από τη δεκαετια του 1980 έως σήμερα. «Με βάση την ονομαστική τους αξία, πραγματικά δεν είναι καθόλου δύσκολο να πιστέψει κανείς ότι έχουμε να κάνουμε με μία φούσκα» ομολογεί ο Neil Shearing, επικεφαλής οικονομολόγος της Capital Economics. Ωστόσο οι οικονομικές συνθήκες είναι τέτοιες ώστε η μαζική στροφή των επενδυτών στο κρατικό χρέος να είναι δικαιολογημένη και όχι ένδειξη φούσκας εκτιμά ο ίδιος.

Ο αναλυτής υπενθυμίζει ότι στη δεκαετία του 1980 η πτώση των ονομαστικών αποδόσεων αντανακλούσε την απομάκρυνση από τη σφιχτή νομισματική πολιτική στις ΗΠΑ. Στις αρχές εκείνης της δεκαετίας η Fed πάλευε με σταθερά υψηλά επιτόκια να θέσει υπό έλεγχο τον πληθωρισμό. Όταν η προσπάθεια απέδωσε καρπούς χαλάρωση τη στάση της και ήρθε το ράλι στα κρατικά ομόλογα. Τις επόμενες δεκαετίες ωστόσο μεγάλος μέρος της υποχώρησης στο κόστος δανεισμού είχε να κάνει με δομικές δυνάμεις, όπως η εξάπλωση της παγκοσμιοποίησης και η σταθερή πτώση των πραγματικών επιτοκίων ισορροπίας (equilibrium interest rates).

Όπως εξηγεί στο σημείωμα της CE o Shearing η πτώση των επιτοκίων οφείλεται σε δύο κατηγορίες παραγόντων, αυτούς που αύξησαν την επιθυμία για αποταμίευση και εκείνος, που περιόρισαν την επιθυμία για επένδυση. Η γήρανση του πληθυσμού στον ανεπτυγμένο κόσμο και η πιο προσεχτική πολιτική των αρχών στον αναδυόμενο κόσμο στνο απόηχο της κρίσης του ’90 αύξησαν για παράδειγμα τα ποσοστά αποταμίευσης. Η πτώση στο κόστος των κεφαλαιουχικών αγαθών και η αυξανόμενη σπουδαιότητα του τομέα υπηρεσιών, όπως και οι χαμηλότεροι ρυθμοί ανάπτυξης, μείωσαν από την άλλη τις επενδύσεις.

Υπό τις συνθήκες αυτές η στροφή στα ομόλογα, έστω και στην υπερβολή της, δύσκολα μπορεί να χαρακτηριστεί φούσκα. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι οι επενδυτές δεν πρέπει να προετοιμάζονται για μία μεγάλη διόρθωση- αυτή όμως μάλλον θα είναι στις αγορές μετοχών και εμπορευμάτων.

naftemporiki.gr 

Αρέσει σε %d bloggers: