Του Πέτρου Παπαπολυβίου  Οι μονάδες της Εθνικής Φρουράς (μοίρες καταδρομών και τεθωρακισμένα) και οι διμοιρίες της ΕΛΔΥΚ που συμμετείχαν στο πραξικόπημα είχαν κύριους στόχους το Προεδρικό Μέγαρο και τον ίδιο τον Αρχιεπίσκοπο Μακάριο, το Αρχηγείο της Αστυνομίας, το στρατόπεδο του Εφεδρικού, το ΡΙΚ, την Αρχιεπισκοπή, το Αεροδρόμιο Λευκωσίας, το κεντρικό κτήριο της ΣΥΤΑ, τις Κεντρικές Φυλακές και τον Αστυνομικό Σταθμό Πύλης Πάφου.

Τη διαταγή για το πραξικόπημα έδωσε ο αρχηγός των Ενόπλων Δυνάμεων, στρατηγός Γρ. Μπονάνος και την υλοποίησαν ο ταξίαρχος Μ. Γεωργίτσης και ο συνταγματάρχης Κ. Κομπόκης, επικεφαλής μιας μικρής ομάδας επίορκων συνωμοτών αξιωματικών, πιστών στον αόρατο δικτάτορα Δ. Ιωαννίδη.

 «Να τελειώνετε. Μας πιέζουν απ’ έξω, ξέρεις ποιοι»

Τηλεφωνική συνομιλία μεταξύ Αρχηγείου Στρατού (Α.Σ.), στην Αθήνα και του Γενικού Επιτελείου Εθνικής Φρουράς (ΓΕΕΦ), Λευκωσία, το απόγευμα της 15ης Ιουλίου 1974, περιγράφει εν είδει αναφοράς την κατάσταση όπως είχε διαμορφωθεί μετά τις πρώτες ώρες του πραξικοπήματος (Πηγή: Διονύσιος Καρδιανός [Σπύρος Παπαγεωργίου], Ο Αττίλας πλήττει την Κύπρο, 2η έκδ., Αθήνα: Γ. Λαδιάς, 1976, σελ. 36 – 37.)

«ΓΕΕΦ: Δυστυχώς, χάσαμε έναν ταγματάρχη, δύο λοχαγούς, δύο λοχίες, και 16 φαντάρους. Έχουμε και αρκετούς τραυματίες. Ευτυχώς κατελήφθη (εννοείται: η Λευκωσία) σε διάστημα λίγων ωρών, παρά την πρόβλεψή μας. Τώρα βαδίζουμε προς την Αρχιεπισκοπή, την μόνη εστία αντιστάσεως. Υπάρχουν και μερικοί πυροβολισμοί στην περιοχή Καϊμακλίου, όπου στείλαμε δύο λόχους για εξουδετέρωσή τους.

Α.Σ.: Τι γίνεται με τις εστίες που έλεγες;

ΓΕΕΦ: Αυτές ξεκαθαρίσανε. Μένει μόνο η Αρχιεπισκοπή.

Α.Σ.: Τι θα κάνετε;

ΓΕΕΦ: Θα την ρίξουμε.

Α.Σ.: Καλά, τελειώνετε όμως το συντομότερο. Με το αεροδρόμιο τι γίνεται;

ΓΕΕΦ: Εντάξει, κατελήφθη. Το μόνο δυσάρεστο είναι πως κάποιος αστυνομικός πυροβόλησε κάποιον λοχία δικό μας, της ΕΛΔΥΚ, τον χορευτή τον ψηλό. Τον θυμάσαι εσύ.

Α.Σ.: Τι κάνατε με τον αστυνομικό; Τακτοποιήστε τον αμέσως.

ΓΕΕΦ: Τον τακτοποιήσαμε όπως του άξιζε. Όλα είναι εντάξει. Η Αμμόχωστος είναι στα χέρια μας από το πρωί και λίγο αργότερα η Λάρνακα. Τώρα σε λίγο και η Λευκωσία. Τη Λεμεσό σε λίγες ώρες θα την πάρουμε. Έχουμε μια δυσάρεστη είδηση, όμως, από τη Λεμεσό. Παρακρατικοί κατέλαβαν την 2α Ανωτέρα και δολοφόνησαν εν ψυχρώ τον ταγματάρχη.

Α.Σ.: Για την Πάφο τι κάνατε; Ετοιμαστείτε να αναχωρήσετε αμέσως. Μέχρι αύριο το πρωί, το πολύ, να ξεκαθαρίσει και αυτή.

ΓΕΕΦ: Η Πάφος είναι όλη δική του (εννοείται: του Μακαρίου) και πρέπει να προετοιμασθούμε, να στείλουμε τανκς. Είναι πολύ δύσκολο και θέλουμε χρόνο.

Α.Σ. Αποκλείεται, πρέπει να τελειώνετε. Μας πιέζουν απ’ έξω, ξέρεις ποιοι.»

Στην Αρχιεπισκοπή

Σύμφωνα με το «Πόρισμα για τον Φάκελο της Κύπρου» της Βουλής των Αντιπροσώπων (Λευκωσία 2011, σ.σ. 94-95) «το απόγευμα της 15ης Ιουλίου άρματα μάχης της 23ης ΕΜΑ με επικεφαλής τον διοικητή αντισυνταγματάρχη Γρ. Λαμπρινό, με την υποστήριξη τμημάτων της 21ης ΕΑΝ, επιτέθηκαν και κατέλαβαν την Αρχιεπισκοπή. Πριν από την κατάληψη προηγήθηκε κανονιοβολισμός (άρματα της 23ης ΕΜΑ και στοιχεία ΠΑΟ 106 χιλιοστών του 120 ΛΒΟ), με αποτέλεσμα το κτήριο να υποστεί σοβαρές ζημιές».

Την Αρχιεπισκοπή υπερασπίστηκαν αστυνομικοί, μέλη της προεδρικής φρουράς που είχαν την ευθύνη του κτηρίου, και μεμονωμένοι απλοί πολίτες που έσπευσαν και αντιστάθηκαν ενόπλως, προασπίζοντας τη Δημοκρατία και τη νομιμότητα. Ένας από αυτούς, ο αστυνομικός Αθανάσης Γεωργίου, από την Αμαργέτη, ηλικίας 26 χρονών, σκοτώθηκε από τα πυρά των επιτιθέμενων μονάδων της Εθνοφρουράς. Παρότι εκτός υπηρεσίας, είχε προσέλθει στο καθήκον του μόλις πληροφορήθηκε για το πραξικόπημα. Σύμφωνα με βιβλιογραφικές μαρτυρίες το παρών του, με συμβολή στην οργάνωση της άμυνας της Αρχιεπισκοπής, είχε δώσει και ο τότε λοχαγός Τάσος Μάρκου, αγνοούμενος από την περίοδο της τουρκικής εισβολής, ο οποίος στη συνέχεια αναχώρησε για το στρατόπεδο και τη μονάδα του. Ανάμεσα στους πολίτες που υπεράσπισαν την Αρχιεπισκοπή ήταν και ο Δώρος Λοΐζου, οργανωτικός γραμματέας της Σοσιαλιστικής Νεολαίας ΕΔΕΝ, που δολοφονήθηκε στις 30 Αυγούστου 1974, στην απόπειρα εναντίον της ζωής του Βάσου Λυσσαρίδη.

 

Αφήγηση του Πετρή Ευαγγέλου, που πήρε μέρος στη

«μάχη της Αρχιεπισκοπής»

Η μαρτυρία που ακολουθεί ανήκει σε έναν από τους πολίτες που πολέμησαν στην Αρχιεπισκοπή, τον Πετρή Ευαγγέλου, μέλος της ΕΔΕΚ, από την Ξυλοφάγου, που βρέθηκε συμπτωματικά στη Λευκωσία την 15η Ιουλίου 1974 (Πηγή: Εφημ. Το Βήμα (Αθήνα), 13 Ιουλίου 1975, σ. 7, όπως αναδημοσιεύθηκε στον Α’ τόμο «1974 Μάρτυρες και μαρτυρίες» των εκδόσεων «Ο Φιλελεύθερος» (Λευκωσία 2011), σσ. 33 – 36.)

«Κατά τύχη, στις 15 Ιουλίου 1974, ημέρα του πραξικοπήματος, βρέθηκα για προσωπικές εργασίες μου στη Λευκωσία. Μόλις μπήκα στην πόλη άκουσα την πρώτη »κανονιά», που προερχόταν από την κατεύθυνση του Ραδιοσταθμού. Κατευθύνθηκα στον Αστυνομικό Σταθμό της Πύλης Πάφου. Πρόσεξα να κατεβαίνουν από μια διπλανή πολυκατοικία άνδρες οπλισμένοι, με πολιτική περιβολή. Κατάλαβα ότι πρόκειται για πραξικόπημα. Κατευθύνθηκα προς το Προεδρικό Μέγαρο. Είδα ότι ήταν περικυκλωμένο από τανκ, που το κτυπούσαν απ’ όλες τις πλευρές.

Γύρισα πίσω και κατευθύνθηκα προς την πλατεία »Όχι», τώρα Δώρου Λοΐζου. Εκεί συνάντησα ομάδες Εδεκιτών που κατευθύνονταν προς το Αρχιεπισκοπικό Μέγαρο. Άφησα το αυτοκίνητό μου στην πλατεία και προχώρησα κι εγώ προς την Αρχιεπισκοπή. Έδειξα εκεί την ταυτότητά μου και μου έδωσαν οπλισμό. Άλλοι Εδεκίτες είχαν ήδη ακροβολιστεί στην γύρω περιοχή. Εμένα μου ανετέθη να φρουρώ την κεντρική είσοδο της Αρχιεπισκοπής ανατολικά με τρεις αστυνομικούς.

Σε λίγο άναψε η μάχη. Ακούσαμε έπειτα από το ραδιόφωνο το μεγάλο ψέμα ότι «ο Μακάριος είναι ήδη νεκρός». Περιμέναμε επίθεση κατά της Αρχιεπισκοπής, έτοιμοι να την υπερασπίσουμε μέχρι θανάτου.

Τα τανκς των πραξικοπηματιών εστάθμευσαν στο μνημείο της Ελευθερίας επάνω στο τείχος και απέναντι της Αρχιεπισκοπής σε απόσταση 200 περίπου μέτρα.

Τα τανκς μόλις έφθασαν εκεί άρχισαν να βάλλουν με τα πυροβόλα τους κατά της Αρχιεπισκοπής. Η πρώτη βολή κτύπησε ένα ντεπόζιτο νερού στα νότια της Αρχιεπισκοπής, κάτω από το οποίον ήσαν ταμπουρωμένοι αντιστασιακοί. Ευτυχώς δεν σημειώθηκαν θύματα, γιατί ακούσαμε τους δικούς μας να βάλλουν και να μας φωνάζουν »θάρρος αδέλφια. Είμαστε σώοι». Η δευτέρα βολή κτύπησε το υπνοδωμάτιο του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου.

Από τα βλήματα τραυματίστηκαν δυο πολυβολητές μας. Τους κατεβάσαμε αμέσως και τους μεταφέραμε στο Νοσοκομείο. Ήταν σοβαρά τραυματισμένοι. Ο ένας στο μέτωπο κι ο άλλος στο πόδι κι αιμορραγούσαν ακατάσχετα. Δεν γνωρίζω ακόμη τι απέγιναν τα ηρωικά αυτά παλληκάρια.

Σε λίγο πληροφορηθήκαμε ότι ο Μακάριος ζη κι ακούσαμε την φωνή του. Ρωτούσε για την Αρχιεπισκοπή, μας ενεψύχωσε και καλούσε τον λαό σε αντίσταση μέχρις εσχάτων. Μας έδωσε δε ο Μακαριώτατος και μια νουθεσία: »Να προσέχετε, παιδιά στρατευμένα, που τα παρέσυραν οι πραξικοπηματίες αρχηγοί τους.» (Στο φυλάκιο που βρισκόμουν είχε μικρό ασύρματο κι άκουα καθαρά τη συνδιάλεξη του Μακαριωτάτου με τον κεντρικό ασύρματο στο υπόγειο της Αρχιεπισκοπής.)

Η χαρμόσυνη είδηση, ότι ζη ο Μακάριος, μας έδωσε θάρρος κι αρχίσαμε να βάλλουμε εναντίον των πραξικοπηματιών με νέες δυνάμεις. Σε λίγο γενναίοι Εδεκίτες με βολές μπαζούκας αχρήστευσαν το πρώτο τανκ από απόσταση 150 μέτρων περίπου. Τότε η μάχη φούντωσε. Έφθασαν κι άλλα τανκς κι έβαλλαν συνέχεια. Τα ελαφρά πυροβόλα μας κτένιζαν την περιοχή γύρω από την Αρχιεπισκοπή, που έγινε κάστρο αντιστάσεως. Οι φασίστες καθηλώθηκαν. Οι ώρες περνούσαν με αγωνία και την απορία ποιοι μας κτυπούσαν, ποιους κτυπούσαμε…

Ένας άδικος αδελφοκτόνος πόλεμος που θα κατέστρεφε τα πάντα. Έπρεπε, όμως, ν’ αμυνθούμε, για να μην περάση ο φασισμός. Ο αγώνας ήταν άνισος. Κρατούσαμε, όμως, τις θέσεις μας με κομμένη την ανάσα και στεγνό το λαρύγγι στο λιοπύρι του Ιούλη. Σε λίγο ο ασύρματος έπαιρνε πάλι μήνυμα του Μακάριου, που ρωτούσε αν έστεκε ακόμη η Αρχιεπισκοπή και τι θα γινόταν.

Οι πραξικοπηματίες καθηλωμένοι συνέχιζαν να μας κτυπούν, ενώ εξέπεμπαν σήμα και μας καλούσαν να παραδοθούμε, μας προειδοποιούσαν δε, ότι θα μας ανατίναζαν όλους. Η απάντησή μας ήταν κοφτή, σταράτη: Ο φασισμός δεν θα περάση. Ζήτω η Δημοκρατία.

Τότε φούντωσε πιο πολύ η μάχη κι οι πραξικοπηματίες προσπάθησαν να κινηθούν από μπροστά, αλλά και πάλιν τους καθήλωσαν τα ηρωικά παλληκάρια της αντίστασης. Έτσι ακινητοποιημένοι οι πραξικοπηματίες έβαλλαν συνέχεια κατά της Αρχιεπισκοπής.

Σε λίγο ο αρχηγός της ΕΔΕΚ δρ Λυσσαρίδης με το σύνθημα »Μεσόγειος» καλούσε στον ασύρματο την περιοχή »Ακρόπολις» (σύνθημα της Αρχιεπισκοπής) κι αφού έδωκεν οδηγίες έκλεισε. Ύστερα από λίγα λεπτά κάλεσε πάλιν ο Μακαριώτατος και ζήτησε πληροφορίες για τις εξελίξεις. Η μάχη συνεχιζόταν. Οι πραξικοπηματίες κτυπούσαν με τα πυροβόλα των τανκς κι εμείς με ελαφρά αυτόματα. Λίγο αργότερα βρήκαμε τη συχνότητα του ασύρματου των πραξικοπηματιών κι ακούσαμε που μετέδιδε: “Μας κρατούν καθηλωμένους για πολλήν ώρα. Δεν μπορούμε να προχωρήσουμε… Στείλετε επειγόντως 200 βλήματα, συσσίτιο και ενισχύσεις…”

Κατά τις 3.30 μ.μ. φαίνεται ότι έφτασαν οι ενισχύσεις και άρχισε ένας άγριος κανονιοβολισμός κατά της Αρχιεπισκοπής από τρεις κατευθύνσεις. Οι σφαίρες βούιζαν απαίσια κι οι βολές έσκαζαν η μια μετά την άλλη. Τμήματα του Αρχιεπισκοπικού Μεγάρου γκρεμίστηκαν. Ένα αυτοκίνητο πήρε φωτιά, και δυο αντιστασιακοί τραυματίστηκαν ελαφρά, ενώ ένας πυροβολητής μας σκοτώθηκε.

Η περιοχή έμοιαζε με σωστή κόλαση. Μαύροι καπνοί κάλυπταν τα πάντα. Τα πυρά των πραξικοπηματιών ήταν καταιγιστικά και το προσωπικό της Αρχιεπισκοπής έφυγε από τη μοναδική διέξοδο στη βορεινή πλευρά. Οι υπερασπιστές της Δημοκρατίας ελίσσονταν και αποχωρούσαν στα υπόγεια του Μεγάρου. Κι αυτή η αντένα του ασύρματου κόπηκε από θραύσμα οβίδας.

Άλλη διέξοδος δεν απέμεινε. Έπρεπε να εγκαταλειφθή η Αρχιεπισκοπή. Κι οι ομάδες των υπερασπιστών της άρχισαν σιγά-σιγά ν’ αποχωρούν από το κτίριο. (…)

Γύρω στις 5.45 μ.μ., ο ασύρματος ξανακτύπησε σπασμωδικά. Ήταν ο αρχηγός Λυσσαρίδης, που ζητούσε πληροφορίες. Του εξήγησα την κατάσταση, αλλά δεν είμαι βέβαιος αν πήρε το μήνυμά μου, γιατί ο ασύρματος δεν λειτουργούσε ομαλά. Σε λίγο αποχώρησα κι εγώ προς βόρεια κατεύθυνση. Εκεί συνάντησα και άλλους συναγωνιστές και πήραμε θέσεις σε δύο παλιά διώροφα σπίτια που δεσπόζουν του δρόμου προς την Αρχιεπισκοπή και του σταυροδρομίου που οδηγεί στον αλευρόμυλο Μιτσίδη. (…) Περάσαμε το βράδυ εκείνο χωρίς κανένα επεισόδιο.»

Το πλιάτσικο, μέσα από μια συγκλονιστική μαρτυρία

Μαρτυρία του λοχία της ΕΛΔΥΚ Δ.Τ., από την Πτολεμαΐδα, από το βιβλίο του Αθανάσιου Γρ. Χρυσάφη «Οι άγνωστοι στρατιώτες της ΕΛΔΥΚ 1974» (Θεσσαλονίκη 2016, σελ. 159.)

«Προς το απόγευμα, μάθαμε ότι καταλήφθηκε από τους πραξικοπηματίες η Αρχιεπισκοπή. Ο υπολοχαγός Σ. αλαφιασμένος, χωρίς διαταγή ανωτέρου, μας μετέφερε με το ΡΕΟ προς την Αρχιεπισκοπή. Μας άφησε απέξω και πήρε μαζί του μόνο τον τσιγγάνο στρατιώτη Γ. και μπήκαν μέσα στο κτίριο. Άρχισαν να σπάζουν και να λεηλατούν εικόνες και να παίρνουν χρυσά και ασημένια τάματα. Τα συγκέντρωναν σε μια μεγάλη πετσέτα. Είχε και άλλους εθνοφρουρούς εκεί αλλά κανείς δεν τόλμησε να τους πει τίποτε. Κρατούσε την πετσέτα ο υπολοχαγός, όπως ο Ιούδας τα 30 αργύρια. Μόνο που αυτά ήταν 30 κιλά. Όταν γυρίσαμε το βράδυ με το ΡΕΟ στο στρατόπεδο, κάθησαν στον τολ του λόχου και μοίραζαν τα ιερά κειμήλια σαν να ήταν λάφυρα.

Ο υπολοχαγός έπαιρνε τα ακριβά και στον Γ. έδινε τα πιο φτηνά. Μου ήρθε πραγματικά να σηκώσω το Τόμσον και να τους γαζώσω και τους δύο. Κράτησα με το ζόρι την ψυχραιμία μου. Τη σκηνή αυτή την έβλεπαν όλοι οι στρατιώτες της διμοιρίας μου. Σιχάθηκα που ήμουν Έλληνας. (…) Δυστυχώς, όμως, δεν μπορούσα να κάνω τίποτε. Νομίζω σήμερα που στα είπα ότι θα ξαλαφρώσω μετά από 33 χρόνια. Δυστυχώς η ένοχη κωμικοτραγική πολιτεία, αργότερα κάλυψε αυτούς τους εγκληματίες που δημιούργησαν την μεγαλύτερη ελληνική καταστροφή μετά την Μικρασιατική και τιμώρησε συνολικά εμάς τους απλούς φαντάρους και τους αξιωματικούς που είμαστε άσχετοι με το πραξικόπημα, που αποδείξαμε ότι είμαστε όλοι ήρωες πολεμιστές στον πόλεμο που ακολούθησε, με τη μη αναγνώρισή μας…»

https://www.apopseis.com/i-machi-tis-archiepiskopis-15-iouliou-1974-ti-diatagi-gia-to-praxikopima-edose-o-archigos-ton-enoplon-dynameon-stratigos-gr-bonanos-ke-tin-ylopiisan-o-taxiarchos-m-georgitsis-ke-o-syn/